Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014


Με τον κ.Ν.Περδίκη Δικηγόρο Αθηνών στο μπαλκόνι
Τσιγγάνες στη Φειδίου και στη Μάρνης.
(Ο θάνατος μυρίζει Βενετία).
Τι τα γυρεύεις Νίκο; Εφετεία,
θε να προστάξουν πότε να πεθάνεις.

Οι πίνακες γερτοί. Μες στο γραφείο,
κεφάλι παίρνει πάλι η αταξία.
«Δεν με πειράζει» λες «η απραξία,
μα το ρηχό ταφί». Έρχεται κρύο,

χρονιές μες στην ομίχλη και στον πάγο.
Ρεμέντι των «Μοιραίων» η ταβέρνα.
Ο κόσμος τώρα γένηκε κιστέρνα,
κιστέρνα που θαρρέψαμε για Τάγο.

Νταγιάντα και σε λίγο ξημερώνει.
Τα μάτια σου βουνίσιες δυο βρυσούλες.
Πως ζήσαμε σαν του Ζενέ τις «Δούλες»,
χαζεύοντας το «TAF» απ΄το μπαλκόνι;

 

Όνειρο Καλοκαιριάτικης Νύχτας

Στου χρόνου παρασύρομαι τις δίνες.
Χριστούγεννα λοιπόν στης Ιοκάστης.
Απ΄το μπαλκόνι σπορ ο Ξυλοθραύστης,
ντυμένος το λινό με τις λειχήνες.

Βροχή και των γονέων. Τρεις ομπρέλες.
(Οι Μάγοι στα ριζά της Βουλιαγμένης).
Γεννήθηκες σαν χτες σαν χτες πεθαίνεις,
με τη καρδιά ταγμένη στις Βρυξέλλες.

Στων Νάνων τα στενά θολή ρετσίνα,
ζαλίζει τα θεριά της Εσπερίας.
Το άλογο το ξύλινο της Τροίας:
«Αλλοίμονο, κάγώ από την Κίνα».

Ξυπνώ κι είναι ακόμη καλοκαίρι.
Ο τζίτζικας πιστός στο μεσονύχτι,
σαν πετονιά μπλεγμένη και σα δίχτυ,
τραβά με ζωγρησμένο απ΄το χέρι.

 

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014


Ο Δαίμων της Μεσημβρίας
 
Της Μεσημβρίας Δαίμονα φιλέκδικε,
το λέσι μου λαβέ και περιπάτει.
Άδης για πρώτο πιάτο με ορέχτηκε,
βάλε κι από μεριά σου λίγο πλάτη.

Γι΄ ανάκτορα δεν ήμουν και για μέγαρα.
Τσαρδί μου μια σπηλιά στη Σαρωνίδα.
Την έβγαζα φτωχά με μισοφέγγαρα
και κάποια τραβεστί τ΄όνομα Λήδα.

Στης Αγοράς το σάλαγο δυσκοίλιος.
(Ο Κρίτωνας μαλάκας απ΄τους πρώτους).
Με γύρευε προάλλες ο Βιργίλιος,
για δείπνο με σπαράγγια και πλευρώτους.

Το χούι μου ο λωλός… Στιχάκια πρόχειρα.
Νοήματα; Γατάκια πατημένα.
Τέτοιας λογής κακότεχνα εργόχειρα,
με ρίξανε στη χλεύη και στα γκρέμνα.

Μα κρίσες του κοσμάκη δεν με σκιάζουνε.
Το τούβλο του ο καθείς, εγώ χαλίκι.
Τα έργα των Ανθρώπων τσίγκος μοιάζουνε
και τα χει ο Δίας πρόχειρο καθίκι.

Της Μεσημβρίας Δαίμονα λυκόσχημε,
άσε με στη σκιά σου να βαδίσω.
Στων Ποιητών τη φάρα λάθρα πρόσκειμαι,
μα φτάνει αυτό γερά να καθαρίσω.

 

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014


Η Επίσκεψη του Κρίτωνα
 
Ειρηνικά τα τέλη κι αψεγάδιαστα,
Ηρακλειδών, μια Τρίτη του Απρίλη,
με τ΄ «Άπαντα» των Τύψεων αδιάβαστα
και με στραβό χαμόγελο στα χείλη.

Του Στάλιν τα καμένα σταροχώραφα,
θα μαρτυρούν το μέγεθος της ήττας.
Εντάλματα και κλήσεις και χρεόγραφα
και άλικο μιας άραφης εσθήτας,

μες στο κελί που λέγουν Βυσσινόκηπο,
μες στην ειρκτή τη πρώτη των θαυμάτων.
Εσύ ένα χωρίο στον Ιώσηπο,
παράγραφος εγώ στο «Άσμα Ασμάτων».

Χαίρε καλέ! Γουλιά-γουλιά το κώνειο,
απ΄ το πλεχτό χαζεύοντας τη θέα
των γερανών να σκέπουν «Πανιώνιο»,
ως τον σταθμό του ΗΣΑΠ στην Καλλιθέα.

 

Σάββατο 9 Αυγούστου 2014


Ελλαδογραφία

Των Αχαιών σκορπούσαμε το φλέγμα,
σφυρίζοντας  καψουροτραγουδάκια.
Δεν είδαμε μπροστά μας τα χαντάκια.
Πνιγήκαμε σε δέκα πόντους ρέμα.

Οι Ποιητές μας το χανε προλάβει:
-Εκάς απ’ τη σπηλιά του Πολυφήμου.
-Όχι εμείς πια θύματα του ενσήμου.
Δεν θα πετύχει ο Πούστης το Καράβι.

 Κερί στ΄αυτιά, στο στόμα ψωμοτύρι.
(Ανοίγαμε φορές καμιά σαμπάνια).
Τα καλοκαίρια πάντοτε για μπάνια,
χειμώνα στο κουτούκι του «Σωτήρη».

Και τώρα στριμωγμένοι μες στον Άδη,
τη μοίρα μας ούλοι αντάμα κλαίμε.
Το ύστατο τσιγάρο λάθρα καίμε,
μέχρι να μας πλακώσει το ρημάδι.

 

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014


Μεταθανάτιος  Οίστρος
Ακροβατώ στα σύρματα της Ποίησης,
σαν κάποιος που δεν γνώρισε την ήττα.
Σαράντα μέρες κύλησαν της κοίμησης,
κορμί για να ξεμάθω κι άλφα-βήτα.

Παροδικά των θλίψεων τα κύματα,
καθεδρικούς υψώνουν σαν και πρώτα.
Αυτόμολοι Θεοί σε λάθος λήμματα,
με κύκλωσαν στης Κόλασης τα νώτα:

«Δεν είμαι γω ο άνθρωπος που ψάχνετε.
Γυρέψτε τον σε άλλες διαστάσεις.
Το παν μια μέρα έρχεται και  χάνεται,
τρόποι υπάρχουν μύριοι να γεράσεις.

Από τους μύριους τρόπους έναν έμαθα,
αυτόν που σ΄οδηγεί σε λάθος μοίρα.
Καταστροφές Σμυρναίικες κι αν έπαθα,
ποτές μου δεν επρόδωσα τη Λύρα».

 

 

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014


Τα Μάτια Σου

Τα μάτια σου δεν άλλαξαν Καλή,
κι ας έχουν σε τσακίσει τόσα χρόνια.
Κραδαίνει ο χάρος θάλασσες κοτρόνια
να σε πετύχει. Άστοχος… Χαλί

στα πόδια σου εγώ, κατακτητής
που ΄πέστρεψε στην πόλη του ζητιάνος.
Κι αν κάποτε περήφανος σαν διάνος,
τραγούδησα για λίγο ποιητής,

φραγμένη έχω τώρα τη φωνή,
ξερόκλαδα τα μέλη. (Νικοτίνη
με μαύρη φορεσιά πνεμόνια ντύνει).
Τις «πτήσεις» μου, μπαστούνι διακονεί.

Τα μάτια σου δεν άλλαξαν Καλή
και όσο ζω δεν πρόκειται ν΄αλλάξουν.
Τα σώματα γραφτό τους να ρημάξουν,
μα όχι εκειό το διάφανο γυαλί.