Το
Θέατρο
Το
φίδι πως ν΄αφήσει τη φωλιά του,
που
λίθος πια το χέρι των θλιμμένων,
τινάζεται
στο μέλλον μετ΄επαίνων,
τις
κλείδες να ραγίσει του αοράτου;
Και
πως ο γρέγος, σύνοικος του σκάφους,
χωρίζοντας
τη θάλασσα στα δύο,
ως
Νέστωρ θριαμβεύων εν σταδίω,
ματίζει
μαύρα μάρμαρα τους τάφους;
Έτσι…
Σαν σκλί που γύρισε στο σπίτι
κατάκοπο,
στη Νέα Ιωνία,
και
σαν γριά τσατσά μες στα πορνεία,
έτσι
θ΄απογδυθώ τον Φιλοκτήτη.
Το
θέατρο χωμάτινο ως πάνω,
αντέχει
ακόμη ένα τσαρλατάνο;
Γυμνός πως να τροχίσεις τα μαχαίρια,
που τίναξε απάνω σου μια ρούσα;
Καιρός, φτεροκοπώντας η μιζέρια,
αυτή που σε μεθούσε φρούδα λούσα,
μ΄ Αμλέτου διγλωσσία προικισμένη,
ν΄αφήκει της σαρκός σου το παλάτι.
Ιδού, Ησαύ ασθμαίνων ανεβαίνει
Ροσόλυμα, για όσπρια κι
αλάτι.
Κατάστικτος ο θάνατος οδύνες,
ξεπήδησε μαζί σου το εξήντα,
πλην τώρα στου Ερυθρού Σταυρού τις κλίνες,
ορό σε ψιχαλίζει ως μια πίντα.
Νυστέρι δεν αρκεί για να σ΄ανοίξει.
Μια τέτοια χάρη δόθηκε στην πλήξη.
Το
Μόρφωμα
-Χρυσά
τα νέα. Ευτυχώς,
το
μόρφωμα καλπάζει.
Σε
λίγο γένεσαι μπουχός
κι
ένα παλιό μαράζι.
-Πολλά
παρήγορα μου λες,
γιατρουδοντερμπεντέρη,
ότι
οι μέρες μου πουρές,
καμένες
από χέρι.
Τώρα
των τάφων θαλπωρή
και
γλύκα της ειρήνης.
Ζηλεύει
όποιος με θωρεί,
στις
παρυφές της λίμνης,
να
περιμένω Κιουταχή,
κουφό
περαματάρη.
-Δεν
είναι δα τόσο βραχύ…
-Για
κάνε μου τη χάρη!
Η Έκδοση
Μελανοτάφος χάρτινος,
ξερνοβολά μυρμήγκι,
ψαχνό δυό δράμια προκοπής,
τα δεκαπέντε ξύγκι.
Κι εγώ που διάλεξα να ζω,
με ρίμες του ολέθρου,
κάτοικος τρώγλης γέγονα,
αντί σεμνής υπαίθρου.
Εγώ
το Κάστανο
Ο
Θάνατος μουρμούρισε: «Συγνώμη»,
καθώς
μου ανακάτευε την κόμη:
«Καλό
παιδί εφάνης και λυπάμαι,
που
πρέπει να σου πω, λεβέντη πάμε.
Μα
τα ΄χει ο Θεός κανονισμένα
τα
πράγματα, σαν κάστανα βρασμένα.
Το
τσόφλι βγάνει, τρώγει λίγη ψίχα
και
πίνει τσιπουράκια για την ψύχρα.
Γιατί
κι ο Γιεχωβάς μαθές κρυώνει,
και
ψάχνει πυροστιά και παραγώνι,
και
σα τελεύουν κάστανα με στέλνει,
σε
κάθε τι στον κόσμο που πεθαίνει».
Ο
Θάνατος μουρμούρισε: «Φιλάρα
κουράγιο,
μην τρομάζεις την χατζάρα.
Η
ψίχα σου τροφή άλφα ποιότης,
αν
κι έκφυλος γνωστός και μέγας πότης».
Τα
στερνά της λόγια
«Σηκώστε
τις χελώνες απ΄το σπίτι»,
είπ΄η
γιαγιά η Σοφιά, Μεγάλη Τρίτη.
Παρασκευή
Μεγάλη: «Πόση πλάνη;»
Ανάσταση
και πέντε είχε πεθάνει…
Το Γεύμα
Μια Κυριακή καθίσανε σε γεύμα,
Πατήρ, Υιός κι ασπαίρον Άγιο Πνεύμα.
Χορτάτος ο Πατήρ, Υιός στομάχι
και τ Άγιο Πνεύμα: «Προβενσάλ βατράχι».
Τους διώξανε λοιπόν οι σερβιτόροι:
«Αυτοί πελάτες πάνυ ψυχοφθόροι».
Και σχόλασε το γεύμα της Τριάδας,
κακήν κακώς στ΄«Amigoς»
της
Γλυφάδας.