Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019
Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019
Στα γουναράδικα
την πέφτανε οι μπάτσοι, μεδέν αρτύθηκα.
Κι άλλες φορές που πήγα σε πουτανάδικα,
κοπέλες πενηντάρες για τα κασάδικα.
κοπέλες πενηντάρες για τα κασάδικα.
Έτσι λοιπόν προσώρας το θήλυ άφηκα,
κι είπα: «Ας ζήσουν άλλοι σκυλομουρντάρικα».
κι είπα: «Ας ζήσουν άλλοι σκυλομουρντάρικα».
Οι έρωτες νισάφι… Για επανάσταση
εγώ θε να βαδίσω. (Έ ρε ανάταση!)
εγώ θε να βαδίσω. (Έ ρε ανάταση!)
Στην «Εποχή» τραβάω που λέγουν «Σύγχρονη»,
μ΄ «Άπαντα» με φορτώσαν: «Να΄ναι πολύχρονοι!»
μ΄ «Άπαντα» με φορτώσαν: «Να΄ναι πολύχρονοι!»
Έπιασα τα βιβλία, του Μάρξ τη σύνοψη,
και κάθε βράδυ μέγκλα είχα ονείρωξη.
και κάθε βράδυ μέγκλα είχα ονείρωξη.
Τι Μάο, τι Μπουχάριν, τι Ρόζα Λούξεμπουργκ;
«Εννιάμιση βδομάδες» σωστές με Μίκι Ρούρκ.
«Εννιάμιση βδομάδες» σωστές με Μίκι Ρούρκ.
Μόν΄ χθες : «Καλές συντρόφι», (μανούλαμ΄ χάθηκα),
«αντάμωσες» ο Άρης, « στα γουναράδικα».
«αντάμωσες» ο Άρης, « στα γουναράδικα».
Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019
Προσευχούλα
γαυγίζουν νύχτα-μέρα,
τους οδοιπόρους σαν κι εμέ.
Σαρδόνιε πατέρα,
αν και δεν έστερξα ποτές
στην ύπαρξη σου δώσε,
σθένος, πυγμή κι αποκοτιά,
εμήν καρδίαν τρώσε,
στην ύπαρξη σου δώσε,
σθένος, πυγμή κι αποκοτιά,
εμήν καρδίαν τρώσε,
με την αψάδα των λευκών
της Λήμνου και των Σπάτων,
για να βαδίζω θαρρετά,
εν μέσω αποπάτων,
της Λήμνου και των Σπάτων,
για να βαδίζω θαρρετά,
εν μέσω αποπάτων,
οδό που δάκνει, σφίγγει με,
σαν άρκτος και σα φίδι.
Σαν τέλος θές συντόμεψε,
τ΄ανόητο ταξίδι.
σαν άρκτος και σα φίδι.
Σαν τέλος θές συντόμεψε,
τ΄ανόητο ταξίδι.
Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019
Παραίνεση σε Νεαρό Στιχοπλόκο

Οι στίχοι νερουλιάζουνε,
σκοντάφτουνε στο μέτρο,
κι εγώ που τους κουλάντριζα,
βρέθηκα με τον Πέτρο,
να παζαρεύω είσοδο…
(Ωιμέ ψυχοφθορία!)
αύτη και η πορεία,
σαν τίς μελάν΄αντίς νερό,
ρουφά και μουτζαλώνει
χαρτιά. Με την λωλάδα του,
στροφές στην πτώση δώνει,
ό,τι πλερώνετ΄ακριβά,
η πάσα μία λέξη.
ΖΗΣΕ γι΄αυτό παλικαρά!
ΧΟΡΕΨΕ κι ας την πλέξη!
Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2019
Πιόνι
Ξερνάνε ραδιόφωνα,
τραγούδια πεθαμένα
και συ με πόνους στα νεφρά,
τα κόκαλα βλαμμένα,
μιαν εποχή αναπολείς,
που βάσταγαν οι ώμοι,
των Ελαιών τον τενεκέ.
Χιονόχρωμη πια κόμη,
την πεθυμάδα της δηλοί,
κραυγάζοντας: «Αγγόνι!»
Κάποτε παίκτης φοβερός,
που δίχως στάλα τσαγανό,
λιμνάζει σε σκακιέρα,
αδίκως προσευχόμενο,
πριν Μαίτρ το κάμει πέρα.
Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2019
Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019
Η επιστροφή του Ασώτου
και σφράγισες το σπίτι,
πόρτα βροντώντας δίφυλλη.
Ήταν μια Μάη Τρίτη,
λιόχαρη, μπρούσκα και
λαμπρή,
φωτοστεφανωμένη,
που με βαλίτσα σα φτερό,
σπαθάτη ερωμένη,
φωτοστεφανωμένη,
που με βαλίτσα σα φτερό,
σπαθάτη ερωμένη,
το τρένο πήρα του Βορρά ,
και κίνησα για πάνω,
την άνυδρη καρδία μου,
κομμάτι να ευφράνω.
και κίνησα για πάνω,
την άνυδρη καρδία μου,
κομμάτι να ευφράνω.
Σε στάσεις δυό κατέβηκα,
(και δεν θα τ΄αναλύσω),
΄πιστρέφοντας μ΄ένα ταξί,
σπίτι να κατουρήσω.
(και δεν θα τ΄αναλύσω),
΄πιστρέφοντας μ΄ένα ταξί,
σπίτι να κατουρήσω.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)