Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019


Cine ΑΣΤΗΡ
Αποτέλεσμα εικόνας για αστηρ κινηματογράφος μπραχαμι
Στο θερινό το σινεμά με τα βραχνά τριζόνια,
το καλοκαίρι κύλησε λες κι ήτανε νερό,
κι όταν τ΄Οκτώβρη οι ριπές τρεμίσαν τα σεντόνια,
ασπρόμαυρο προβλήθηκε το φιλμ το λαμπερό.

Να ο πατέρας πρωινός να καβαλάει το μπούσι,
για τη δουλειά παγαίνοντας κομμάτι σκυθρωπός,
κι ευθύς στην δεύτερη σκηνή, να η μάνα, το λεφούσι,
να σιγυρίζει για σχολειό, παντός καιρού σκοπός.

Κι εγώ μ΄ένα χαμόγελο να ξέρω από τότες,
πως όλα εδώ πλερώνονται με θάνατο ωμό,
ζαβό παιδάκι μια σταλιά σ΄αγκυλωμένες ρότες,
παράξενο λατρεύοντας Θεό δίχως βωμό.

Πόσους μπορεί ο άνθρωπος στη γη σταυρούς να πήξει;
Σημάδια πόσα  ν΄ανεχτεί στο δέρμα το φτενό;
Πολλούς… Πολλά… Ο ποιητής το στόμα σαν ανοίξει,
γνωρίζει πως να ψωμιστεί απ΄το κενό κενό.

Στο θερινό το σινεμά μαζέψαν την οθόνη,
και γάλα τα χαλίκια του, σαπούνι οι βραγιές,
κι εκεί που τώρα χασαπιό πραμάτια του απλώνει,
μπορείς κιμά να ΄ξηγηθείς τ΄ «ΑΣΤΕΡΑ» τις βραδιές.








Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2019


Ένα καράβι
Αποτέλεσμα εικόνας για καράβι με μαύρα πανιά
Ένα καράβι νοσταλγώ,
σπασμένο να με πάρει,
στις μελανές φτερούγες του,
αλάργ΄από τα βάρη.

Μιά του κλέφτη, δυό του κλέφτη,
και που νάβρω σωτηρία,
στης γενιάς μου τ΄αλωνάκι,
φτάσαν πρώϊμα τα κρύα.

Ένα καράβι νοσταλγώ,
να ΄χει πανιά του μαύρα,
καλογεράκι αμούστακο,
από την Άγια-Λαύρα.

Μιά του κλέφτη δυό του κλέφτη,
και που νάβρω σωτηρία,
στης γενιάς μου τ΄αλωνάκι,
φτάσαν πρώϊμα τα κρύα.


Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2019


Το ξύλιν΄οχυρό

Μια θλιβερή Παρασκευή Μεγάλη σα πλοκάμι,
θεριού που το γελάσανε φανφάρες περσιανές,
πήρα τις στράτες κατηφής  με το παλιό ποτάμι,
στ΄αυτί μου το ευώνυμο για κάτι προφανές

να μουρμουρίζει: «Μη φοβού κι ο Πρόγονος μαζί σου,
μέχρι το τέλος στέκεται βοηθός σου κι αρωγός.
Θε να φανεί πως γένεσαι μπουκιά μιά της αβύσσου,
μα γνώμη έχει άσφαλτη για σε ο Μυθουργός,

που περπατεί φιλί-κλειδί, των αοράτων θέρμη,
τροχίζοντας τις γνώμες σου, προτείνοντας εσθλά,
κι αν κάποτε το ποδικό λυγίζει, σειέται, τρέμει,
είν΄ ο Εγκέλαδος λωλέ που αυθόρμητα γελά».

Την άλλη την Παρασκευή με θάλασσες κομμένες,
από δρεπάνι λες μισό φεγγάρι πορφυρό,
είχα το μάτι καθαρό, γεννητικούς αδένες
βαρβάτους και στη Κούλουρη το ξύλιν΄ οχυρό.








Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019


Στάση Σκρα


Το  ναυτικό σου φόρεσες σκουφί και για πατρίδα
σιμά  στες στόφες  πάντοτε  ως πόρνη μαλθακή,
κίνησες έχοντας του νού λάσκα πολύ τη  βίδα,
από κρασί Λημνιώτικο και Ομαλού ρακή.

Ο Ποσειδώνας μια σταλιά με γένια του να στάζουν,
τ΄απόνερα των καραβιών που έσπρωχνες μικρός,
μέσα σε ρέματα μαβιά: «Τα σύμπαντα κοάζουν,
και της σαγήνης ο μισθός απρόσμενα πικρός».

Και πάλι μοιρολόγησε: «Το φίδι δεν στεριώνει
και μες στο αίμα πορπατά σα βρίσκει αφορμές,
αγκομαχόντας στα λευκά. Ο νους τον νου λυτρώνει,
παγαίνοντας τον  στ΄Άγραφα  με πούλμαν εκδρομές.

Τα λόγια του μποφώρ οκτώ σου ξέσκισαν τη χλαίνη,
και σ΄αποθέσανε γυμνό στα ντοκ της Καλυψούς,
εκεί που ο δεσμοφύλακας τον κάθε άντρα δένει,
με τις κλωστές που ορίστηκαν από Θεούς λειψούς.

«Πόσα τα κήτη των λυγμών, των στεναγμών τα σάλτα;
Πόσες εσπέρες κρύβονται στης μνήμης τα προικιά,
σαν με προσμένουνε γκρεμνοί και κολασμένα βάλτα,
και μια γυναίκα σ΄αργαλιό που γνέθει νηστικιά;»

Κι έτσι θολούς  τους ουρανούς  τηράζοντας με γεύση
του χασισιού στο στόμα σου  συμπλήρωσες αισχρά:
«Μήτε πατρίδα, μήτ΄ελιά μήτε θηλή θ΄αντέξει
τον γυρισμό μου …» Κι ήσουνα στο μπούσι, στάση Σκρα.




Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019


Stern
Αποτέλεσμα εικόνας για isaac stern mendelssohn vinyl;
Δισκόφωνο… Stern με καντέντσα,
μια λάγια να σφίγγει ψυχή,
που σάπιζε χρόνια ρηχή,
απάνω στων άστρων τη πέτσα.

Δική μου ψυχή, γερασμένη,
που φέρετρο βάνει στολή,
ξερνώντας: « Κερνάς με χολή…
Το βύσσινο Σώτερ να μένει».

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019


Τ΄αγάλματα
Αποτέλεσμα εικόνας για αγάλματα σε χωράφι
Μπιζέρισα τ΄αγάλματα
με τα σπασμένα μέλη,
ψωμί να μου γυρεύουνε.
Μες στο δικό μου αμπέλι,

το χώμα θέλω καθαρό,
βραγιά χτισμένη αλφάδι.
Αλλού ταφές, κτερίσματα,
σ΄άλλου ζαβού ρημάδι.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019


Μιά Κυριακάδα
Αποτέλεσμα εικόνας για στο κρεβάτι
Μια θλιμμένη Κυριακάδα,
μαργωμένη και ρημάδα,
γύριζα στα στρώματα,
ράβοντας μπαλώματα.

Τα σεντόνια μαύρα πίσσα,
στο πικ-απ «η κλέφτρα Κίσσα»,
τα χρυσά μου γύρευε,
έψαχνε και θήρευε.

Έρωτες που πήγαν στράφι,
καλοκαίρια στην Ανάφη,
πιόματα, διαβάσματα,
του Τσιτσάνη άσματα.

Μια θλιμμένη Κυριακάδα,
με μια ζόρικη ζαλάδα
είπα: «Εγώ δε σκιάζομαι,
διόλου δεν ταράζομαι».

Κι ένα μούγκρισμα: « Σωτήρη,
πάει αδειάζει το ποτήρι,
δώσε γειά στις ζάχαρες,
μπρος σου μέρες άχαρες.

Μόνος θα ξαπλώνεις τώρα,
σε κρεβάτια ψυχοφθόρα,
με συντόφι Σύνοψη,
για Πατρός ονείρωξη»