Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2025

 Ο Θεομάχος Λύκος

Φορώντας τον δερμάτινο χιτώνα

και τη λερή μου σάρκινη στολή,

τη γλώσσα βγάζω τρίς στον Κηδεμόνα,

στην γλίσχρα Του Εδέμ ξερνώ χολή,


και φρόνιμος σα νάνος που σε τσίρκο,

το γέλιο να σκορπίσει μελετά,

γρικάω τη φωνή Του: "Α ρε Λύκο,

μου τα ΄σουρες ζορμπάκο μ΄ αρκετά,


και τήρα να μαζεύεσαι στα ίδια,

μην σε κοντύνω κι άλλο... Τι νογάς;

Για φούντωσε κεριά, λιώσε  στασίδια,

και στέκα εν σιωπή, αν και λογάς".


"Γελώ και με τις Δέκα Εντολές Σου,

που ένδεκα ν΄αυξήσεις δεν μπορείς,

στο μεσιανό κατάρτι τώρα δέσου,

και πάψε πλέον να με λοιδορείς,


τι γένομαι και Χάρυβδη και Σκύλλα,

κομμάτια και σε κάμνω χίλια δυό".

Και είπε ο Θεός: "Αλί μου νίλα;

Αυτός θα μου μολέψει και τον Γιό".

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2024

 Ο ΣΚΥΛΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Στην κεντρική πλατεία των Τρικάλων

μιά Φάτνη, γύρω άχερα σωρός

και μέσα της κοπρίτης δυό κοκάλων,

κουρνιάζει δίχως σέβας, ο μωρός.


Και σαν γριά τον διώχνει μ΄ένα γιούχα,

προγκώντας τον στων δρόμων τη φθορά,

στιγματισμένος  άστρα φωσφορούχα,

χωμένη μες στ΄ασκέλια την ουρά,


γυρίζει νυσταλέος και της λέγει:

<<Εκείνος μ΄έχει τάξει να φρουρώ,

της Ύπαρξης της πρόστυχης τη στέγη

και Μεταφυσικές να κατουρώ>>.


Στην κεντρική πλατεία των Τρικάλων,

βραχνά λιμάρης σκύλος αλυχτά

ρόδες, παπάδες, στίφη κωφαλάλων,

μα πιότερο τα σκότη τα πηχτά.


Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2024

 Η Βιτρίνα

Απούλητο του Χάρου το ψωμί,

σε μια βιτρίνα στέκεται στη Βάρη,

χρόνους εξήντα τόσους σαρκοπέτρινο,

και δίπλα του σκαφίδι κι ένα φτυάρι.


Παιδιά μπροστά περνούν,

χαζεύουν, απορούν,

<<πως ξέμεινε;>> ρωτάνε  μ΄ ειρωνεία.

Κι ο Άγγελος βραχνά:

<<Λιοντάρια μου αγνά,

κι εσάς προσμένει κάποιος στη γωνία>>.


Ο Θάνατος το τρώγει το ψωμί,

φορές άλλες ξερό κι άλλες φρεσκούρα.

Να ΄τον που στρίβει κι έρχεται σα θύελλα.

Τα πράγματα για με δείχνουν πια σκούρα.


Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2024

 Οι  Νύχτες μου

Οι νύχτες μου σοκάκια θλιβερά,

σε πόλη που ΄χει χρόνους ξεψυχίσει,

και συ σα μιά σκιά σ΄ομίχλη κίτρινη

που κιότεψε κι εβάλθη να λυγίσει.


Χωρίς υπομονή, ελπίδα, νου, φωνή

μονάχος σεργιανώ σ΄αυτή τη πόλη.

Χαράματα σωστά, η τύχη μού χρωστά,

σαράντα πυρετό κι οχτρώνε βόλι.


Οι νύχτες μου σκεπάσματα λερά,

σ΄ενός ξενοδοχείου το κρεββάτι

φθηνού, λες και ψυχή μιας ιερόδουλης

που κοντοστέκει μ΄αετίσιο μάτι.


Χωρίς υπομονή, ελπίδα, νου, φωνή

μονάχος σεργιανώ σ΄αυτή τη πόλη.

Χαράματα σωστά, η τύχη μού χρωστά,

σαράντα πυρετό κι οχτρώνε βόλι.


Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2024

 ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΝ ΟΣΤΟΥΝ


Σιμά στην καύκα της γιαγιάς το ράδιο της,

κι ο νεκροθάπτης της μαμάς (τι ματαιότης!!!)

είπε: <<Κυρούλα να το πάρω, ό,τι νάτο,

παίζει ακόμη μια χαρά;>> Του ΄γνεψε: <<Πάρ΄το!>>

Τρίτη 30 Ιουλίου 2024

 Η κηδεία

Ήταν οι φίλοι λιγοστοί τριγύρω απο το ξόδι,

του Γιούλη απομεσήμερο μες στη θολή αντηλιά,

μα κάποιος που τα σώψυχα τα είχε δαιδαλώδη,

μυριάδες είδε δίπλα του νομάτους σα θηλιά.


Ξεχώρισε Σεβαστιανό, Ριχάρδο, τον Γουσταύο,

σιόρ Τζάκομο ν΄αχολογά θλιμμένα "La Boeme",

τον Αμαντέους να θρηνεί:  "Για σένα Ρέκβιεμ ράβω,

αγγέλοι να στο κρένουνε μαζί με τεριρέμ".


Ήταν οι φίλοι λιγοστοί κι ο Θέμης μαργωμένος,

μα χώμα πριν του ρίξουνε και μια σταλιά κρασί,

στο φέρετρο ανακάθησε σε όνειρο δοσμένος,

και μίλησε στα φάσματα στη γλώσσα τους φαρσί:


"Χρόνους αντάμα  ζήσαμε μα ήγγικεν η ώρα,

να χωριστούμε cari miei... Basta η Μουσική!

Στου Παραδείσου τη μονιά, σ΄αυτή την Άγια Χώρα

που πάγω τώρα, του Θεού το Wurlitzer αρκεί"!


Ήταν οι φίλοι λιγοστοί τριγύρω από το ξόδι,

κι εγώ αυτός που έβλεπε περούκες να περνούν,

ρίχνοντας ΄πα στο ξυλικό τριαντάφυλλα χιονώδη,

στιγμή μην παύοντας  τον νιό τον νέκυ να αινούν.








Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

 1827

Για ταγή Αντελικό και Μισολόγγι,

και μιά Έξοδος χαμένη από χέρι.

Γύρω η θάλασσα, το σάπιο καλοκαίρι,

μέσα ο στίχος κι οι μογίλαλοι του οι φθόγγοι.


Πύργοι Τρεις,γολέτες, κήτη γαλαντόμα,

η Ακρόπολη στο βάθος,κάπου πέρα 

δες σπαχήδες μ΄ανασηκωμένη χέρα,

κάρες κόβουν και του Νοταρά το σώμα.


Κι όλο αυτό γιατί γεννήθηκες μαζί μου,

και πορεύτηκες και πας με ως τον τάφο,

μελετώντας στον παλιό σου ταχογράφο,

ποιός ο Ούτις στραβωτής του Πολυφήμου;


Για ταγή Αντελικό και Μισολόγγι,

πλην αξιώθηκα σανίδι και Τζιορτζίνα,

και ορχήστρα τόπους - τόπους καβαλίνα,

και μιας τσόντας του Ογδόντα ψευτοβόγκι.