Funebre
Στα όνειρα σαλεύουν
κυπαρίσσια
δυσοίωνα σφυρίζοντας
Βαρδάρη.
Κρατάει ο χρόνος δίψυχος
το φτυάρι,
σκορπώντας τα πουλιά τα
παραδείσια.
Μαζεύονται τις νύχτες
στρατοδίκες
και δείχνουν ανοιχτά τα
Εφετεία.
Αγάπη σου ζητώ σαν
επαιτεία
και σαν ένα σου βλέμμα
στις προθήκες.
Αγνόησα το φάος που
στραβώνει,
τη πράσινη τη πόρτα, το κρεβάτι,
της πόρνης το αιδοίο και
το μάτι.
Γυμνός επαραδόθην στη
ραστώνη.
Μα το κρασί μου λίγο στα
ποτήρια
και μου μελλε φρικτός να είν΄ ο δρόμος,
αναίτιος κι ανέστιος ο
τρόμος,
που ήρθε λες γατί στα
παραθύρια.
Μου κράτησε παρέα τόσους
μήνες
μα τώρα πια βαρέθηκε και
φεύγει.
Μαζί κινούν κι οι ώρες
ζεύγη ζεύγη
για να χαθούν στου Γαλαξία
τις δίνες.