Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012


               Funebre

 

Στα όνειρα σαλεύουν κυπαρίσσια

δυσοίωνα σφυρίζοντας Βαρδάρη.

Κρατάει ο χρόνος δίψυχος το φτυάρι,

σκορπώντας τα πουλιά τα παραδείσια.

 

Μαζεύονται τις νύχτες στρατοδίκες

και δείχνουν ανοιχτά τα Εφετεία.

Αγάπη σου ζητώ σαν επαιτεία

και σαν ένα σου βλέμμα στις προθήκες.

 

Αγνόησα το φάος που στραβώνει,

τη πράσινη τη πόρτα, το κρεβάτι,

της πόρνης το αιδοίο και το μάτι.

Γυμνός επαραδόθην στη ραστώνη.

 

Μα το κρασί μου λίγο στα ποτήρια

και μου μελλε  φρικτός να είν΄ ο δρόμος,

αναίτιος κι ανέστιος ο τρόμος,

που ήρθε λες γατί στα παραθύρια.

 

Μου κράτησε παρέα τόσους μήνες

μα τώρα πια βαρέθηκε και φεύγει.

Μαζί κινούν κι οι ώρες ζεύγη ζεύγη

για να χαθούν στου Γαλαξία τις δίνες.

          Meditation

 

Κι΄αν περπατώ άχθος αρούρης

μέσα στο κοιμητήριο,

βαρύς θλιμμένος και καμπούρης,

κατάγω νίκη Πύρρειο.

 

Μ΄αναλογεί κι εμένα ένας,

τάφος βαθύς μυστήριος,

ρεγάλο απ΄τον καιρό της γέννας,

παιάνας μαιευτήριος.

 

Ανάμεσο τους κι ο δικός μου

σε κληρωτίδα έχει μπει,

κλείνω τ΄αυτιά στο αχ του κόσμου,

ν΄ακούσω σκύβω τι θα πει.

 

Κάθομαι και μετρώ τα χρόνια,

ξόρκια σκαλίζω και γραφές,

να βρω στης ζήσης μου τ΄αλώνια

πότε θα πάψουνε τ΄ αηδόνια

κι ο πρωινός, πικρός καφές.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012


    Κατοχικά νέα. Ο επίλογος

 

Με θάνατο πληρώσαμε το κτήμα,

τα οικόπεδα ξοφλήσαμε με πόνο.

Για κάθε κελεπούρι υπήρξε θύμα.

Κανείς δε παραδέχτηκε το φόνο.

 

Αγνοί όλοι δηλώναμε κι ωραίοι,

ποτίζαμε γκαζόν, πίναμε μπύρες,

και σαν μας καταγγείλανε για χρέη,

<<τι μας περάσατε; Για προικοθήρες>>;

 

Ξεφύγαμε και πήγαμε πιο κάτω,

τη σκάλα του κακού κουτρουβαλώντας.

Στο χέρι μας παστέλι, μαντολάτο,

ψοφίμια εντός, τα έξω μας σα λιόντας.

 

Και τώρα στη γωνιά μας στριμωγμένοι,

το ρίξαμε σε στίχους που δεν βγαίνουν.

Σφιγμένοι, σοβαροί, τάχα θιγμένοι,

τα βάραθρα ξορκίζουμε που χαίνουν.

 

 

       Καρδιά μου βάστα

 

Καρδιά μου βάστα, μη λυγάς.

Δε θέλησα ποτέ φυγάς,

να λυτρωθώ μες΄σ΄ όνειρα

και άλλα κουτοπόνηρα.

Χρησμούς σαν ξέρεις και ξηγάς,

καρδιά μου βάστα μη λυγάς.

 

Καρδιά μου βάστα όσο μπορείς,

για να χαθείς τόσο νωρίς.

Στη μνήμη πετροκέρασου,

βάφτισε τον Πατέρα σου.

Νισάφι κάμε, τι ιστορείς;

Καρδιά μου βάστα όσο μπορείς.

 

Καρδιά μου βάστα ξέρεις πως.

Στα βαλτοτόπια της Στυγός,

xάρος θωρεί σε και γελά

να το αρνιέσαι δε φελά.

Αυτός της γύμνιας χορηγός.

Καρδιά μου βάστα ξέρεις πως.

 

 

    Καλοκαίρι και καταχνιά

 

Το καλοκαίρι σάπιζε θαρρείς

να το ΄χανε ξεχάσει σε καφάσι

μαζί με τις ντομάτες τις απούλητες.

Ωχρή η Εκάτη όδευε προς χάση.

 

Οι θάλασσες βογκούσαν σκυθρωπές,

τη θλίψη τους ξεσπώντας στα καΐκια.

Αστάρωτες οι νύχτες ξεφλουδίζανε

αστριά και πυρπολούσαν τ΄ αρμυρίκια.

 

Κι αλλοίμονο εγώ, σποδός και γη

με τσέπες τρύπιες, βρώμικο μανδύα,

κατάκλειστους θωρώντας τους ορίζοντες,

τη μνήμη αμαύρωνα του Καββαδία.

 

Να ζω δεν είχα λόγους κι αφορμές.

Όλα με σπρώχναν στου κακού τη σκάλα.

Σαν αχινός ο ήλιος κυκλοδίωκτος,

συμπόνια δεν μου έδειχνε μια στάλα.

 

Το καλοκαίρι σάπιζε και πριν

αρθρώσω στα γκαρσόνια,<<φέρτε μπύρες>>,

γυμνό με παρασύραν μπρος στα πόδια του,

θανάτου ηλεκτρικοί ανεμιστήρες.

    Ιδιωτικό Συμφωνητικό

 

 

Θα βάλει ο Χάρος το δρεπάνι,

εγώ κατάλερο λαιμό

κι εμπρός στον πιο βαθύ γκρεμό,

τσάι θα πιώ σ΄ένα φλιτζάνι,

 

χρόνια σπασμένο και ζαμάνια.

-Χτικιάζει εντός μου το παιδί-.

Μοίρα το λέει, φωνή ψευδή:

<<Τέφρα μυρίζεις και λιβάνια>>.

 

Κι εγώ που κρέμασα τον ήλιο,

πάνω στου Βέγα το καρφί,

μια μυστική ποθώ ταφή

και οδηγό μου τον Βιργίλιο

 

να΄χω, κι ας είν΄ το μονοπάτι

τραχύ πολύ και φονικό.

Μιας Κυριακής τ΄αερικό,

πατώ στ΄αχνάρια σχοινοβάτη.

              ΕΠΤΑ ΠΕΠΛΑ

 

Επτά τα πέπλα τόσοι κι οι καημοί

που στοίχειωσαν τα μέσα μου ερείπια.

Σα κύμα η πλησμονή φουσκώνει, χάνεται

ξεπλένοντας δυσοίωνα ενύπνια.

 

Τρελό το πρώτο αηδόνι, ενοχλεί

τις νύχτες μου. Κερί στάζω, ξοφλάει.

Μονάχα ενός λεπτού σιγή και άξαφνα,

ο Μέγας Παν καλάμι αχολογάει.

 

Στα φιλιατρά τοκίζω τον καιρό,

στα γκρέμνα στήνω γέφυρες. Αρνιέμαι

αιώνων καταισχύνη, βίο ανέραστο

και δείλι με τον Πλάτωνα τα λέμε.

 

Επτά τα πέπλα, γύμνια Βιβλική,

Σαλώμη μ΄ιδρωμένο εφηβαίο,

στα χέρια της αφήνω το κεφάλι μου,

απ΄τον στραβό μακραίνοντας Θηβαίο.