Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014


Στο Ίδρυμα

         Του κ. Θανάση Ροΐδη


Στο Ίδρυμα οι πόρτες σφαλιστές.

(Ο Φύλακας κουφός, κλειδιά βροντάει).

Οι μέρες μου βυθίζονται στο τσάι,

που μισοήπιαν χαύνοι Σοφιστές.

 

Χαλεύω με κουρέλι τη στολή,

τα τσίγκινα παράσημα μιας ήττας.

Εδώ θα ξεψυχήσω σαν Ακρίτας,

χαριστική αιτούμενος βολή.

 

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014


Στην Αναμονή

 Τα καλοριφέρ ξεπατωμένα.

Ψυχή μου μαργωμένη πως βαστάς;

Όρος σιμά… Η ταν η επί τας.

«Σαν τι να ορεχτώ από σένα;»

 

Πλανίζει ο μαραγκός της γειτονιάς.

Στάζει ο ιδρώς στα ροκανίδια.

Θα του πω τα ίδια και τα ίδια.

Θα μου πει: «Ελόγου σου ο φονιάς».

 

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014


Στο Καθαρτήριο

 
Απισχνασμένο φως της Αναστάσεως,

σκορπίζει αποτσίγαρα στου Γκύζη.

Εσύ παρά την θύραν της Κολάσεως,

κι αυτός –Άρχων Μυγών- να μη σ΄αγγίζει.

 
Μέρες σαράντα κατοικούσες δώματα,

με ζέον αγιασμένα και φορμόλη.

-Ποιος ήσουν Ξειν πριν μπεις χλωμός στα χώματα

κι ερωτευτείς τ΄ωραίο περιβόλι;

 
-Τεφρές φωτογραφίες του πλανόδιου,

μιας Κυριακής του Μάρτη  ξεροβόρι,

συμπλέγματος καμπύλη οιδιπόδειου,

ο Θάνατος εγώ  μαζί κι η Κόρη.

 
Πάνω αστερισμοί να ξεροβήχουνε,

στα φθισικά της νιότης τα τοπία.

Κάτω τρεις Άργοι χέρια να σου λείχουνε,

στερνή φορά γυρεύοντας θωπεία.

 

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014


Βλέπω
 
Βλέπω ταχιά τα μάτια να γυαλίζουνε,

σα λύκου λιγωμένου για πατρίδα,

φωνητικές χορδές να ονοματίζουνε,

μιας φρέσκιας συμφοράς την πινακίδα.

 

Τους ποιητές να σέρνουν τα ποδάρια τους,

στα χνάρια πάνω δύσοσμων προγόνων,

ν΄αποπατούν ανάπαιστους ανάλατους,

πιωμένοι μέσα σ΄Αίθουσες των Θρόνων.

 

Βλέπω φωλιές φιδιών, μήτρας ραγίσματα,

δικανικούς αγώνες, ταλαντεύσεις,

της θάλασσας καημούς και παιχνιδίσματα,

εικονικών πλαγγόνων συνευρέσεις.

 

Σοβιετικές ανάσες να θολώνουμε,

μιας Kodak μηχανής τον ζουμ φακό της,

τους Γραμματείς του Ογδόντα ν΄αργολιώνουνε,

στο χώμα που πατούσε ο Καταδότης.

 

Πρώτα ψυχή, τα δάχτυλα κατάλληλα

να χειρισθούν κανόνι-προβολέα,

πριν οπλισθώ με λέξεις του Καβάσιλα

Βυζαντινές, κατά του Εισβολέα.

 

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014


Ο Φανοκόρος
 
Χορταριασμένα δειλινά στην Εξορία,

βάζω τα βρώμικα και παίρνω τα σοκάκια.

Οι φανοστάτες στη σειρά σαν στρατιωτάκια,

ψάλλουν τον « Άμωμο», το « Δεύτε» στεντορεία.

 

(Του κλεφτοφάναρου η φλόγα πάει να σβήσει).

Στ΄αστέρια μόνο παρηγόρια θε να βρούνε,

των βάλτων οι κολίγοι. Βλέπεις ενοχλούνε,

όσοι απέρχονται γενναίοι πριν την Δύση.

 

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014


Στη Σκάλα
 
Κατέρχομαι τη σκάλα ρωμαλέος,

για να χαθώ στης λήθης τις στοές.

Ο τάφος μου γυμνός από χοές,

ασπρίζει απροκάλυπτα ωραίος.

 

Κουτσά -στραβά τα λόγια μου τα είπα.

Ο ρόλος; Κατιμάς. Και τι μ΄αυτό;

Σιγά που θα καθίσω να κλαφτώ.

Το Θέατρο λαμπρό έστω και τρύπα.

 

Μαρτιού αστροφεγγιές στο κοιμητήρι,

θα μου κρατούν τα βλέφαρα κλειστά.

Στην ώρα τους πλην γλίσχρα τα μιστά,

ίσα για του μηνός το ψωμοτύρι.

 

Κατέρχομαι τη σκάλα. Αχ ποτάμι!

(Αργοσαπίζουν βάρκες στα ρηχά).

Σκυλί που στο φεγγάρι αλυχτά,

ας βολευτώ με λίγη ασπαρτάμη.

 

 

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014


Μεγάλη Παρασκευή



Πορεύτηκα στα χώματα της κοίμησης,

σαν λοχαγός ωραίος των Μηλίων,

Παρασκευή τεφρή της κατακρήμνισης,

με την καρδιά να στάζει πυρ και πύον.

 

Παρασκευή Μεγάλη στα παράθυρα,

η σκύλα βγήκε πάλι να τηράξει,

τον γόνο της Μαρίας και του Πάνθηρα,

ερχόμενο τη μήτρα της να φράξει.

 

Παρασκευή σπαρμένη με τσιγγάνικα

βιολιά και καραμούζες του θανάτου,

οι πεθαμένοι γιούρια με τα τσάμικα,

απάνω στις φροντίδες του αποπάτου.

 

Και γω που τόσο άνανδρα ευτύχησα,

να πλεύσω το σκαρί εν νηνεμία,

για μια στιγμή κοχύλι φάλτσο ήχησα,

πριν να πεθάνω γέρος στη Λαμία.