Κυριακή 23 Μαρτίου 2014


Τόσο νωρίς

Τόσο νωρίς τα Φώτα ναυαγήσανε,

στις θάλασσες τις ήμερες του Νότου.

Μονόξυλα, καιρό λάθος μετρήσανε,

για να χαθούν μια νύχτα στη Διδότου.

 

Νεκροταφεία, ντοκ, φτερά δυσκίνητα,

ψυχές σα κουρδισμένα στρατιωτάκια,

κάτι σκυλιά ξοπίσω απ΄αυτοκίνητα

και γω με μαδημένα τα μουστάκια,

 

σε μπαρ αισχρολογώ. Δίχως επίσκεψη

της Μούσας. Άσπρο πάτο… Ποιος με φθείρει;

Με χάρτινη αιδώ, πολύ περίσκεψη,

ορθρίζω. Καλημέρα χαρακίρι.

 

Τόσο νωρίς τα Φώτα ναυαγήσανε,

αφήνοντας κηλίδες και σαβούρα.

Γαμπρό τα χρόνια τσίλικα με ντύσανε,

πριν με βουλιάξουν αύτανδρο στα Γιούρα.

 

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014


Στρωμνής Λόγος
 
Τι κατάκειμαι; Η δε νυξ προβαίνει.

Στον Οίκο του Πατέρα κεραυνός.

(Λάμψη, φλόγα, βροντή, μαύρος καπνός).

Το βάραθρο στυγνό μπροστά μου χαίνει.

 

Τ΄αηδόνια με προγκάνε. Να σωπάσουν…

Των όπλων η κλαγγή μόνη ελπίδα.

Ο βίος, μολυβιά σε μια σελίδα.

Οι Σύντροφοι οφείλουν να γεράσουν.

 

Την ηλικία έχω, τον βαθμό μου.

Να ψάχνω άλλης πόλης Στρατηγό;

Βαρέθηκα να τρώγω, να σιγώ.

Καιρός την αραβίδα μαρς επ΄ώμου.

 

Τι κατάκειμαι; Η δε νυξ προβαίνει.

Γίνου καρδιά μου σιδερογροθιά.

Την πρώτη εγώ ας ρίξω μπαλωθιά.

Αυτός που λάθρα ζει, αύριο πεθαίνει.

 

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014


Οι Σκαφτιάδες

Ανάσα μια η μέρα των Δακρύων.

(Στην τσέπη χαρτομάντιλα σωρός).

Πως στάθηκα μαθές τόσο μωρός;

Τι γύρευα στα μπλοκ των μειρακίων;

 

Αργά πολύ στον Οίκο να γυρίσω.

(Τα χώματα σαν φίλοι με καλούν).

Την πόρτα μου σκαφτιάδες κουρταλούν.

Στα έργα τους καλό να τους αφήσω.

 

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014


Ο Γυμνός Στρατιώτης

 
Στρατιώτης μια και δυό στα χαρακώματα,

χρισμένος μ΄ορυκτέλαια της βίας,

γυμνώθηκα κουβέρτες και παπλώματα

για τις χαρές μιας άκοπης θυσίας.

 

Βραγιές του νου σπαρμένες στιχουργήματα

ποτίζω νικοτίνη, δίχως Μούσα.

Τον Άνθρωπο τον κάνουν τα ενδύματα,

συχνές αστροφεγγιές, σεμνή μια ρούσα.

 

Αριστερό μου μάτι σκέτο φώσφορο,

πληγές σαν σκέψεις φαύλου μολυσμένες.

Στις εκκλησιές αψέντι βρίσκεις, πρόσφορο

και πόρνες, προσευχές κεκορεσμένες.

 

Δεν θα κλαφτώ. Οι όχθες δυσανάλογες,

για τον γυμνό που δέχτηκε κανόνες.

Ανοίγοντας φτερά, ρητές παράλογες,

Θα δώσω σ΄Αθλοθέτη και Αγώνες.

 

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014


Θα ξεχάσω
 
Τους ήλιους θα ξεχάσω του Αυγούστου

και τις βαθιές του Μάη ρεματιές.

Εδώ στων ασεβών τις εσχατιές,

το να θυμάσαι πια, έλλειψη γούστου.

 

Το σπίτι θα ξεχάσω των ανέμων,

την άσχημη της κλίνης, τα προικιά:

Δυο τεντζερέδες, τέσσερα βρακιά

και τους φθαρμένους δίσκους με τον Lennon.

 

Του Mahler τον «Τιτάνα» θα ξεχάσω

και τη «Συννεφιασμένη Κυριακή».

(Ο κόσμος μου υπήρξε φυλακή).

Τέτοια ζωή στο βρόντο να τη βράσω.

 

Τα πάντα θα ξεχάσω. Μες στο χώμα,

οι έλικες στομώνουν για καλά.

Παν οι βεγγέρες παν και τα φτερά,

Χάρος μονάχα τώρα με μια γόμα.

 

Ο τάφος μου

 

Φρεσκότατος ο τάφος μου, ημέρας

τις σάρκες θα βολέψει μια χαρά.

Για δύο και μισή για τρείς παρά,

της παρουσίας μου θα γένει πέρας.

 

Φρεσκότατος ο τάφος μου, τσιφλίκι.

Εδώ θα την αράξω για καλά.

-Κιβούρι ακουμπήστε απαλά,

νεκροπομποί ανάλγητοι, μουζίκοι.

 

Φρεσκότατος ο τάφος μου. Οι φίλοι

εντός μου συνωθούνται ζωηρώς.

Τη συγκατάθεση μου σιωπηρώς,

τους δίδω με χαμόγελο στα χείλη.

 

Φρεσκότατος ο τάφος μου, σκαμμένος

με τέχνη θαυμαστή μηχανικού.

Πίσω αφήνω μέρες πανικού

κι ευτάκτως κείμαι, ντιπ αποθαμένος.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014


Χαιρώνεια 338 π.Χ

 
Δριμάρη θε να μάθεις πως με βόλησαν,

οι Θεσσαλοί με τόξα και σφενδόνες.

Τα λόγια σου ποσώς με παρηγόρησαν:

«Ο Λυσικλής μισεί τους Μακεδόνες».

 
(Μαλλιά κυματιστά σχεδόν αχτένιστα,

το μάτι δυνατό, -λάμπα θυέλλης-),

κάμε θεριού καρδιά κι απλά μηδένιστα.

Ο ουραγός υπήρξα της αγέλης.

 
Δριμάρη θε να μάθεις τα καθέκαστα.

Το τρένο της φυγής μου της μεγάλης,

σαν αφιχθεί στη Πόλη, (δες το αδέκαστα),

καλό για με ν΄αρχίσεις ν΄ αμφιβάλλεις.

 
Τώρα σκασμός. Τα φάρμακα χυθήκανε,

δοξαστικά στου αίματος τους δρόμους.

Ο εαυτός: «Θνητέ στο φως ανίκανε,

με ποιο ποδάρι πάτησες τους Νόμους;»