Τετάρτη 9 Απριλίου 2014


Τα χρόνια με τη Φόνη

 
Αγόραζα κρομμύδια στους Φιλίππους

κι οκάδες μέλι ανθέων στις Αιγές.

Απάνω μου δεινές αστροφεγγιές,

τα πόδια μου νια λιόδεντρα σε κήπους.

 
Ο Θάνατος ταξίδευε με τρένο.

(Η Τρίτη Θέση έμενε κενή).

Μια Κόλαση με πρόσμενε στενή,

σαν απαντούσα κάποτε τον Ξένο.

 
Αγόραζα στην Όλυνθο παστέλι,

στην Άκανθο γιαούρτι και τυρί.

Το πάγαινα μαθές φυρί- φυρί,

να κρεμαστώ ατός μου απ΄το τσιγκέλι.

 
Και να που με τα χέρια σταυρωμένα,

σε όρυγμα σιτίζομαι βαθύ.

(Του μέλλοντος το γκελ έχει χαθεί).

Μια Φόνη μαγειρεύει πια για μένα.

 

Τρίτη 8 Απριλίου 2014


Στα γκολπόστ
 

Στη Πνύκα χορδιστές και μασκοφόροι,

μια Κυριακή τρελής Αποκριάς.

Απάνω μου η λάμια της σκιάς,

βραχνολαλεί πως κάποτες αγόρι


ανάσαινα, -ψυχή ζαβλακωμένη-,

από χρησμούς κι αντάρα ιππικού.

Τι αστοχία Θεέ μου υλικού;

Τι μήτρα με χωρούσε αφιονισμένη;

 
Βαστώντας το ραβδί του Οδυσσέα,

της νύστας δεν ορίζω τις στροφές.

Ιχώρ και βλέννα στάζουν οι οροφές,

πριν με προγκήξουν κνώδαλα στη Ζέα.

 
Κι ένα ξημέρωμα φρικτό στο «πέντε είδον»

με σάρκα να σαρκάζει τους καιρούς,

εγώ από τους λίγους τυχερούς,

που θα γευτούν τα γκολ των Ευμενίδων.

 

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Ερωτική Επιστολή


Στου Νεκροθάφτη το κηπί θ΄ανταμωθούμε,

Παρασκευή Μεγάλη,

μ΄έναν ίλιγγο

να μας τσιγκλά τα σπλάχνα.

Παλιοθήλυκο!

Τότες, άδειο θα ψάχνεις τάφο να χωθούμε.

 
Θα ναι μαθές πολύ αργά… 

Ιδού η Ρόδος

και πάψε να γκρινιάζεις «μη» και «ήμαρτον».

Λίγη φόρα. Τον λάκκο βουρ και πήδα τον,

ω Εσμεράλδα!

Θάρσει μπρε!

 
Κουασιμόδος

 

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014


Χθεσινή Αγαπημένη
 

Ορθώνεσαι σαν σάρκα φονευμένη

από σαλό τσιγγάνο. Πως να πω

και πάλι, με τι στόμα, σ΄αγαπώ

Καλή; Χθεσινή μου Αγαπημένη,

 

δεν έχω σπίτι πια στην Αμφιάλη.

(Καλύτερα λοιπόν να μην φανείς).

Αστέρες με κατέχουν απλανείς.

Μπορείς να τους χαζεύεις με το κιάλι.

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014


Όρκος
 
 
Λίγα τα ψωμιά μου ανεμίζομαι.

Οι στίχοι μου κι εκείνοι μετρημένοι.

Σαν τι μπορεί κανείς να περιμένει

από γυμνό; Στη Μούσα ορκίζομαι

 

και στα οστά τα μαύρα του Σεφέρη,

τις μέρες τις στερνές να τραγουδήσω

με τη φωνή αντρίκια. Γω να ντύσω

του Χάρου το ζερβί μ΄ένα μαχαίρι.

 

Μην κλάψεις


Μην κλάψεις για του έρωτα το πύον,

για το πουτί, το στήθος της μην κλάψεις.

Ένα κερί στη μνήμη σου ν΄ανάψεις,

κλεμμένο απ΄τις τσέπες των Αγίων.

 

Έχουν οι Κήρες τρόπους να σε θάψουν,

χωρίς να χρειαστεί μια χούφτα χώμα.

Θα ΄χεις γκρεμό χορτάσει μαύρο χρώμα,

σαν γείρεις όπως-όπως να σε ράψουν.

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014


Ένα Μεσημέρι Στο Βουνό

 
Το Βουνό θα μιλήσει μεσάνυχτα.

Μια βροντή φέρνει πάντα ελπίδα.

Χαλασμένη του νου η πυξίδα,

της καρδιάς μου τα φύλλα ορθάνοιχτα.

 

Ρότα πάλι πτωχών προς Αμέρικα.

Σκουπιδιάρες σαρώνουν τους δρόμους.

Κυνικούς, Σοφιστές χρυσοστόμους,

τους κρατάνε ομήρους μαγέρικα.

 

Το Βουνό θα μιλήσει με δόκανα.

Οι σπηλιές μαθημένες στο αίμα.

Σαν διαλέξω, μονάχα την κρέμα

κι ότι ως τώρα ο ούτις δεν πρόκανα.

 

Αλπικά μεσημέρια φυγόδικα.

Μασουλώ κάτι κράκερ διαίτης.

Της Θεάς ανασαίνω επαίτης,

ποινικό απαγγέλλοντας κώδικα.