Τα μεσημέρια
Τα μεσημέρια θάνατος
τυφλιάρης, τρισκατάρατος,
ένα γκαζώνει Άουντι
μαύρο και θράσος Γκαουντί,
ψάχνοντας νιούς και γέροντες,
για τσάρκα στους Αχέροντες.
Μα ΄χω το νου μου εγώ στο φως,
δεν είμαι δα Δαφνιού τρελός
και κρύβομαι στο σπίτι μου,
τέκνο σποριά πολύτιμου,
με στόρια κάτω, σιωπηλός
σα Σφίγγα, εύθρυπτος πηλός.
Τα μεσημέρια θάνατος
μα εγώ θα μένω αθάνατος,
γιατί γνωρίζω πως το φως,
χάσαπας στέκει ντιπ κωφός.