Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013


Του Ιουλίου αρχομένου

 

Στης Τύμφης το διάφραγμα μια βρύση,

πενθεί από της γέννας  τον καιρό.

Απάνω μου κατάμαυρο φτερό,

ζυγιάζεται σκοπώντας να με λύσει

 

σε τεύχη. Τα πετρώματα στον ήλιο,

απόγευση χαρίζουν δυνατή.

Ο  Πολικός γλυκά πρωτοστατεί,

στης κρύας προσευχής το περιστύλιο.

 

Ξυπνώ με τον καημό  του Χατζιδάκι.

κουφάρι να γυρεύει δανεικά

καβοκολώνες, άτια, νυφικά

και λίγα από των στίχων μου τα ράκη.

 

Τους παγετώνες βρίσκεις και στη Βόδα.

Φτάνουν με των καφέδων τα νερά.

Τα χρόνια μου ξηγήθηκαν λερά,

γκρεμίζοντας της νιότης την παγόδα

 

εν μια νυκτί. Αλήθεια τι μαράζι,

το βήμα να μετράς προς το γκρεμό;

Μοσχομυρίζουν όλα μισεμό

κι ο θάνατος <<μηλαδελφό>> με κράζει.

 

Στης Τύμφης την δυσοίωνη καμπούρα

υψώνω τη σημαία των χρησμών.

Κάποτε θ΄ανατείλλει εκ δυσμών

για να γυρίσει ανάστροφα η σβούρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Συμπόσιο


Του Λουκά

 Τη καρδιά μου καυσόξυλα κόψε,

να ζεστάνεις ξανά της ζωής σου

τον οίκο. Εμμονές Παραδείσου

επιτρέπονται Φίλε απόψε.

 

Δυνατά Πυθαγόρεια φώτα,

μας μαυρίζουν γυμνούς στις προθήκες

των Όχλων. Έναν σύντροφο βρήκες...

Αναθάρρει καλέ μου συμπότα.

 

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Ο Σώζων Εαυτόν Σωθήτω



Ρίχνω στα χέρια πούδρα περισσή,

τα βάρη μιας ψυχής ν΄ανασηκώσω.

Μου πρέπει λίγο ακόμη να ψηλώσω,

πριν ακουστεί βαριά ή φωνή: <<Τις ει;>>

 

Ζαντούχια με φιλεύει ο Θεός

και πράσινη στον πνεύμονα μου βλέννα,

καημό πολύ για μια πουτάνα Λένα,

τον ουρανό που σκέπει με σκαιός.

 

Κηρύττω επανάσταση λοιπόν.

Πλέον δεν έχω κάτι για να χάσω.

Σαράντα μα κοντεύω να γεράσω,

το λέσι καταντώντας των γυπών.

 

Έτσι, με ξύλα κτίζω του σταυρού,

φτενή φελούκα σάμπως και γλυτώσω.

Η θάλασσα μεγάλη λένε…Πόσο;

Στα μέτρα δίχως άλλο ενός νεκρού.

 

 





 

Ονομαστική Εορτή


 

Έχει στον Κήπο πέσει το σκοτάδι

απ΄ώρα. Γεραρός ο Πατέρας,

στου βίου ηλωμένος το πέρας,

μνήμες φθαρμένες αλείφει με λάδι,

 

πριν τον Αγώνα τον καλό. Μιλώντας

τα ρήματα του Άδη, κουρταλεί

τις πόρτες. Όλα γύρω σα γυαλί

καθάριο.<< Ματαγύρισε ο Λιόντας>>.

 

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013


Ο Ορειβάτης

 

Νυστέρια βραδινής περιπολίας

και ράμματα διπλά των φεγγαριών,

σιμούν, ραγιάνια, όμβρος, πυρ, χιών,

μου δώρισαν βουνά μελαγχολίας.

 

Και βγήκα σαστισμένος ορειβάτης,

δίχως μπαστούνια, σάκο εκδρομικό,

σαν μιας κοπής παλιάς αερικό,

να βαπτιστώ στον τύμβο της Ελάτης.

 

Δεν είχα της ακμής την περηφάνια,

τρεμούλα μου δονούσε τη καρδιά,

ξερολιθιές πατούσα και κλαριά,

ανοίγοντας νια στράτα προς τα χάνια.

 

Αλί σε με. Δεν κράτησε το πόδι.

(Του Άδη με τραβούσε η σχισμή).

Φανάρια, ταβερνεία, οικισμοί,

μια χαραυγή μου ξέβγαλαν το ξόδι

 

 

 

 

 

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013


Αγαπημένη Νόρα

Αγαπημένη Νόρα, το Δουβλίνο,

μοιάζει με πόρνη τώρα γερασμένη,

που στέκεται παράμερα σκιαγμένη,

κρατώντας στο ζερβί της ομπρελίνο.

 

Χειμώνας… Γητευτής άσημων δρόμων,

κοιτώ βιτρίνες, Guinness πίνω μπύρα.

Η ζήση μου λυκόφωτη και στείρα,

ακροβατεί σε σχάρες υπονόμων.

 

Νεκρούς μας θέλουν, σάβανα μας ράβουν.

Στη Μάμποτ ο Δυσσέας, γύρω τράμια.

Αγάπη σου ζητώ, ας είν΄ και δράμια,

τι γρήγορις αντάμα σου με θάβουν.

 

Πολύτιμη μου Νόρα, Μάνα, Φίλη,

το μαύρο το εσώρουχο να βάλεις!

Πνιγμένος μες σε σύννεφο αιθάλης,

τα κάτω μυστικά φιλώ σου χείλη.

 

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013


Το Μάτι του Χριστού
 

Έβγαλα το μάτι του Χριστού μ΄ένα καρφί,

λίγο πριν τον Έβδομο τον Λόγο Του να πει.

Ιδροκόπι, λαύρα, όχλος γύρω μου πολύς.

Πότισα τον σπόγγο κι ήπια πίκρα της χολής.

 

Έπαιξα στα ζάρια το σακάκι το καρό.

Θάνατος σαν ταύρος μες τις κάρτες του Ταρώ.

Στη Μεγάλη Αρκάνα σκελετός καμαρωτός,

πάνω σ΄άτι άσπρο: <<Αχ! Γεννήθηκες βρωτός>>.

 

Γέρασε ο κόσμος σ΄ένα μήνα μοναχά,

με τυφλού μπαστούνι σ΄ανηφόρι αγκομαχά.

Κράτησα στο χέρι μου γραφίδα κοφτερή

κι άναψα ξημέρωμα το τρίτο μου κερί.

 

Βάδισα στον Κήπο, απονήρευτο παιδί,

κρύφτηκα στους τάφους το Τσακάλι μη με βρει.

Κίβδηλο τ΄ αστέρι εφάνη κι ήταν Κυριακή

κι ήμουνα στου Χάροντα μπλεγμένος το σακί.