Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015


Της Μνήμης το Χαρτί
Αποτέλεσμα εικόνας για yellow paper paintings
Κιτρίνισε της μνήμης το χαρτί
κι εγώ αφιονισμένος αρτοπώλης,
ψωμί πουλώ τους στίχους μου. Πατεί
τα μέσα μου καλά χειμών γαμιόλης.

Αγάπες λιμασμένες, φορτικές
μου κάνανε ρεσάλτο. Με το ζόρι
βατέψανε ελπίδες Αττικές
και μ΄άφηκαν δεκάχρονο αγόρι,

να τρέχω με το τσέρκι του τρελού,
στην Πλάση τη πλατιά, την ανδροφθόρα.
Εξωνημένος μέχρι μυελού,
μου φαίνεται να φεύγω είναι η ώρα.

Κιτρίνισε της μνήμης το χαρτί,
χορτάριασε των Τρώων το κονάκι
και σαν σε κουπαστή ψωρογατί,
κρασί ξερνώ ανάκατο φαρμάκι.

 

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015


Με το Παλτό το Ξύλινο
 Αποτέλεσμα εικόνας για coat paintings
Με το παλτό το ξύλινο, το μαύρο,
στη γύρα θε να βγω Πρωτοχρονιά,
τα κέρατα γυρεύοντας στον ταύρο,
το ξύλιασμα στα δίχτυα του χιονιά.

Η Κόλαση θ΄ανοίγει τα πλατώ της,
στου Μπέργκμαν την ασπρόμαυρη «Σιωπή».
Πώς να σταθεί ολάκερη Ανθρωπότης;
Της θράκας ποιος πλερώνει την κλοπή;

Με ξύλινο παλτό, μαβιά γραβάτα
και κίβδηλο στατήρα εν χερσίν,
θα κάμψω κεφαλή στην Καλαμάτα,
τα μείον να μετρήσω και τα συν.

Κι ένα θλιμμένο δείλι μιας Τετάρτης,
την ώρα που ανοίγουνε τα μπαρ,
αγέρας θα με σπρώξει καταβάτης,
προς τα νησιά του Άδη, νέκυς γαρ.

 

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015


Μια Φωνή

 Αποτέλεσμα εικόνας για voice paintings
Το μονοπάτι βάτα. Μια Φωνή
λογχίζει: «Πάρε πόδια σου και τράβα.
Ανέβα βήμα βήμα το βουνί
και βούτηξε με μάσκα μες στη λάβα.

Τα κωμικά για μπάστα. Δεν μπορώ
δεν έχει. Το φαρμάκι ως τον πάτο.
Τον τελευταίο σύρε το χορό,
τσαρούχι, φούντα, πάτημα τριζάτο.

Η πεδιάς φρυγμένη. Για δροσιά,
εκείνη των αρχαίων ηφαιστίων.
Δεν πιάνεις φιλαράκι χαρτωσιά,
σαν μουρμουράς τροπάρια αγίων.

Εμένα να ακούεις. Συντροφιές
λησμόνα τες σε τίποτες δε βγάνουν.
Θαρρώ νογάς καλά από οχιές
κι αράχνες που λυσσάρικα δαγκάνουν».

Αλιά παραδομένος στο κρασί,
με γόνυ μαθημένο να τρεκλίζει,
φορώντας κοστουμάκι θαλασσί,
αφήνω τη Φωνή να με κερδίζει.

 

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015


Σαββατόβραδο
 Αποτέλεσμα εικόνας για saturday night paintings
Φρικτό το Σαββατόβραδο
σα κάμποτ χειρουργείου.
Κλεισμένο μου ματόκλαδο,
θαμώνας υπογείου,

πέντε χρονάκια. Στέφανο
εξ ακανθών ματίζω.
Κάλλιο καρφί και τέτανο,
απ΄το να κλαψουρίζω.

Φρικτό το Σαββατόβραδο
και πιο φρικτή Δευτέρα.
Τελειώνει το παλιόλαδο,
μου βάνει ο Χάρος βέρα.

Και τι να πω στο Μάστορα
της Πλάσης που προσμένει;
«Γειά σου ρε Προβοκάτορα,
το βύσσινο να μένει».

 

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015


Μ΄Ένα Πικρό Τραγούδι

                  για τον Μάριο
Αποτέλεσμα εικόνας για matisse paintings
Μ΄ένα πικρό τραγούδι για παιδιά
που χάσανε απόδειπνο και λύρα,
ματόκλαδα σφαλνώ. Αστροφεγγιά,
ας μένεις στο κατώφλι και τη θύρα,

ότι το φως σου καίγει σωθικά.
(Συνήθισα Μνηστήρας στην Ιθάκη).
Κάθε χειμώνα θέρμες, βροχικά,
πρέφα τα καλοκαίρια και ουζάκι.

Μ΄ένα πικρό τραγούδι δανεικό
από Θεών κι Ανθρώπων αρραβώνες,
το πνεύμα μου αφήνω νηστικό
πριν το παραφυλάξουν με σφεντόνες,

ζεϊμπέκηδες κροκάτοι του Matisse
σε κύμανση ελεύθερη βακχείας.
Στις μίνες σου Χριστέ ευθυτενής,
το σφύριγμα μιμούμαι μιας ταχείας.

               

 

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015


Τίτλοι Τέλους;
 Αποτέλεσμα εικόνας για divortion paintings
-Τα λόγια σου παραφορά
και γκρίνια και αμάχη.
Ο νους μου αυτό δεν το χωρά
και με τα σένα τα ΄χει.

Πάει καιρός που αερικό,
στ΄αστέρια με καλούσες,
καντάρια μέλι Αττικό,
κατείχες και κερνούσες.

-Περνά η αγάπη. Τι θαρρείς;
Δεν είναι και για πάντα.
Κάποτε οι δυο γένονται τρείς,
τα είκοσι σαράντα.

Οι έρωτες σαν τα πουλιά,
φωλιές παλιές γκρεμίζουν,
αφήνουν μπόσηδες, δουλειά,
τ΄αψήλου ανεμίζουν.

-Έτσι προστάζει η λογική
κι έτσι συχνά συμβαίνει,
από Ευρώπη ως Αφρική,
ότι ανθεί πεθαίνει.

Μα μια φορά μες΄στο ντουνιά,
κάτι ας γένει άλλο.
Δώσε του χάρου μπαστουνιά
κι ένα σε μένα μπάλο.

Γύρισε τούμπα τα μυαλά
και σκέψου όπως πρώτα.
Αγάπη τέτοια ποιος χαλά;
Για πίσω βάλε ρότα.

 

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015


Ο Δρόμος
 
Αποτέλεσμα εικόνας για the road paintings
Δεν ξέρω πια το δρόμο για τη γλύκα.
Στα ζάρια φαγωμένη εγώ την προίκα.
Γνωστοί και φίλοι στάχτες στον αγέρα
και γκρι φωτογραφίες σ΄ένα tera.

Στη Νίκης ψηλοτάκουνα και Honda.
Με νέκυδες με χρέωσαν ως ζώντα.
Φλεβάρηδων πενήντα το γομάρι,
του Φιλοπάππου λούζομαι φεγγάρι.

Βρασμένο στάρι πάντοτε για δείπνο.
Αχ Λήδα περιφρόνησες τον Κύκνο!
Απ΄τη μεριά του Ογδόντα ανατέλλεις,
αγάπη πρώτη γέρνεις και πεθαίνεις.

Μπροστά μου Μαγιακόφσκι και σημύδες,
πίσω μου λιγοστές Αλκυονίδες.
Αν άξιζε τον κόπο ποιος να ξέρει;
Δεν μολογάει ποτές το νεκροκέρι.