Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

 Στον Καθρέφτη

Κοιτάξαμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη...

Ένα χαμόγελο αχνό σαν υποψία

παλιού εγκλήματος,(μαϊμού η νεκροψία)

κι ατάλαντου μια ζωγραφιά τίγκα στο νέφτι.


Ένα παιδί κάποτε είχαμε υπάρξει,

τώρα μια σάπια διαδρομή ενός πληβείου,

από πλατεία Ομονοίας  στου Θησείου

τα σουβλατζίδικα που λύμη έχει αρπάξει.


Ρυτίδες κάθιδρες στα μάτια ρουθουνίζουν,

ταυριά που γλύτωσαν σφαγή σε μιάν αρένα.

Κάποια ονόματα φθαρμένα: Κάτια, Ρένα

και νέφη πάνω μας  <<ουαί>> να ψιχαλίζουν.


Τυφλός Θεός εντός μας ρίχνει πάλι ζάρι

και μαύρα πιόνια την οθόνη έχει γεμίσει,

από παντού σα Μεσολόγγι έχει κλείσει

το κάθε πέρασμα κι ορμάει να μας γδάρει.


Κοιτάξαμε τον εαυτό μας... Μιαν αλήθεια

δεν διακρίναμε, μια κάλπικη συγνώμη

για της ζωής μας την ημέρα την εβδόμη,

που ήδη σίμωσε και καίει μας τα στήθια.


Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

 Εδώ στου δρόμου

Σαρακοστής απόβραδο χορτάτος καταισχύνη,

προς τα Σεπόλια κίνησα πατώντας μουλωχτά.

Τραυλός απάνω μου Θεός με μάνικα, οδύνη

ως τη ψυχή με μούσκευε χωρίς να μ΄αποχτά.


Μποτζάριζα, μουρμούριζα: <<Τί έχω να κερδίσω;

Στιχάκια μόνο κάλπικα σ΄ακρογιαλιές κωφών.

Ίσως πολύ καλύτερο, μονάχος μου να δύσω,

πιατέλες πίσω στέλνοντας ουράνιων τροφών>>.


Βρισκότανε κι ένα παιδί λερό από τη σκόνη,

χρόνου που το σακάτευε σα  πνεύμα σκυθρωπό.

Απόστρεψε τα μάτια του: <<Κανείς δε σε σκοτώνει...

Ατός και μόνος σούρθηκες  σ΄αυτή  τη στενωπό.


Τσίμπα λοιπόν κομμάτια σου και ΄πέστεψε στο σπίτι

που για τα σε ορθώθηκε πριν λάβεις τη ζωή.

Γκαβά καλά σου άνοιξε  στα Ρώ σαλέ του Ελύτη...

Και στα μισά της διαδρομής ακόμα είναι πρωί>>.


Έτσι μαθές συμβούλευε... <<Το κέρδος σου σαρίδια,

περνοδιαβαίνοντας στρατιά σαν άνεργος γραφιάς>>.

Γύρισα σπίτι μου... Παντού μαρμάγκες, μύγες, φίδια

κι άπλωσα δις οινόπνευμα γλαυκό της ξυραφιάς.



Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

 Η Ποίηση

Η Ποίηση μπιζέρισε τις λέξεις

και κίνησε μονάχη προς τη δύση,

κι εμέ που όλοι λέγανε πως κλίση

στο στίχο έχω, βάλε να εμπαίξεις.


Οι ρίμες προδοθήκαν από Χίτες,

και χάσανε αυγά τε και πασχάλια.

Μέσα λοιπόν καπλάνια τα κεφάλια,

μύριες οι Ποιητές αντέχουν ήττες.


Ένα μονάχα πράγμα δεν αντέχουν.

Το θάνατο σαν κουρταλεί τη θύρα,

στιχάκια τους ν΄αφήνουνε στη χήρα,

κι αυτοί για τα Ηλίσσια να τρέχουν.


Οι έρμες τι να κάμουν τα στιχάκια;

Καλύτερα μια σύνταξη τους πρέπει.

Εχθρό τους τώρα έχουν τον καθρέπτη

κι αυτόν τον υπερόπτη, τον ψυχάκια.


Η Ποίηση σιχάθηκε τους πάντες,

βάλτε συντρόφοι  τώρα που γυρίζει...

Απόκαμε η δόλια να μας χρίζει,

και μπαίνει (αλάργα μάγκες) με τις μπάντες.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

 Επιστροφή

Τον Άγγελο μου χώρεσα στου κήπου το πηγάδι

και κίνησα μια χαραυγή για των Τεφρών τη χώρα,

όπου σαλπίζουνε βραχνές τρομπέτες και κοπάδι

ψυχές απά σε σύρματα τανιούνται αλγοφθόρα.


Από την τρύπια τσέπη μου φανέρωσα ένα σπίρτο,

και σκότη γύρω φώτισα με σκότος που ΄χα μέσα

στα σωθικά. Και θέριεψε αξάφνου θέρος- πυρ. Το

πράσινο ρίγος των  νερών ομπρός μου κι έγια-λέσα.


-Πάρ΄οβολό που μου ΄βαλε τ΄αδέρφι μου στο χέρι,

και δώκε εισιτήριο Βαρκάρη  να΄χει μπέσα,

τι ΄κεί που πάγω δε φτουρά λιγνό μελισσοκέρι,

μόνο Θεών γραμμάτια ληκτά και νιτερέσα. 


-Γύρισε πίσω άκαιρε, για σε δεν έχει τόπο...

Μονιά σου ακόμα η ζωή  όσο στραβή κι αν στέκει.

Ξέρω, σε βάζω σε φρικτό παράδρομο και κόπο...

Στάσου στον όχτο νουνεχώς... Μη μου γαμείς το πρέκι!


Κι έτσι στα πρώτα βρέθηκα, τον άγγελο ξεθάβω

κι από τη μέση άδραξα ζωή που΄χα αφήσει.

Οι φίλοι με πειράζουνε: <<Ξεγλίστρησες τον κάβο>>,

μα εγώ απ΄όλους πιο καλά γνωρίζω που΄ναι η  Κρίση!

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

 Διδότου

Μες στη βροχή σε καρτερούσα στη Διδότου,

νύχτα λευκή θα ΄πρεπε να ΄ταν η τετάρτη,

στις τσέπες μου σχισμένο έσφιγγα ένα χάρτη

κι ένα φτερό αγγέλου αιμάτινο εκπτώτου.


Τα φώτα κίτρινα στα ρείθρα λαμπυρίζαν,

κάτι πλαγγόνες ξεγδαρμένες σε βιτρίνα

όλο μου γνέφαν, κάπου αχούσανε κλαρίνα

που στ΄άκουσμα τους Παναγιές πικροδακρύζαν.


Ποτέ δεν ήρθες κι οι ομπρέλες του Χερβούργου,

θυμίζουν έρωτα κλινήρη που σαπίζει,

σε κάποιο ντοκ λες κι είναι πόρνη που γυρίζει,

σκαμπίλι ψάχνοντας και λάζο ενός κακούργου.


Έχουν περάσει από τότε χίλια χρόνια...

Σαν τον Ρεμπώ πάνω σε μπάρκο μεθυσμένο,

ναυσιπλοώ απ΄το γεννιέμαι ως το πεθαίνω.

Νύχτα λευκή... Διδότου...Μένω από πιόνια...


Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

 Απόκρεω

Σου γράφω από μια πόλη που πεθαίνει,

απόγιομα τρελής Αποκριάς,

στο δίχτυ μιας κατάθλιψης βαριάς

πλην ντρέτας... Απ΄τα κόκκαλα βγαλμένη


κι΄από το Έν του χάρτινου Πλωτίνου,

το πάντα γωνιώδες κι οχληρό,

παράσταση ορθρίζει του Μιρό...

Ιδού: <<Το καρναβάλι  του Αρλεκίνου>>.


Η θλίψη επιμένει σα λατέρνα

ξεκούρδιστη που τρίζει στη γωνιά,

μες στης γιορτής την τόση  παγωνιά,

των τάφων να υμνωδεί τη  ψόφια σμέρνα.


Κι εγώ που πλάνης άγιος με σκέπει,

στιχάρι κοσμημένος πορφυρό,

ανάβω μ΄ένα σπίρτο τον κηρό,

΄τι πρέπει  στ΄Άγιο Πνέμα να μη βλέπει...


Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

 Ασώτου

Της Αττικής σιχάθηκα το φάος και το άλας,

στρέφοντας νου κι εντόσθια στη γη των Αφανών,

όπου συγύρισα μονιά δίχως σκεπή ο τάλας,

μ΄ένα λαμπτήρα  βατ οκτώ αστέρων απλανών.


Που ο Πατήρ, τ΄Αδέρφι μου, της μάνας το μνημούρι,

που όριζαν τις ώρες μου και τη καλή χρονιά;

Τώρα πικρότατοι ψαλμοί ξεπλένουν το αχούρι

απ΄την οσμή των γουρουνιών που βόσκουν στη γωνιά.


Εμπρός λοιπόν στα πόδια μου...Τη νυστουριά τινάζω,

κι ευθύς για εισιτήριο: <<Ντέκι για Πειραιά>>.

Εις εαυτόν μου στρέφομαι κι  από χαρά κοάζω:

<<Βατράχι σου πατρίδα μου, γλυκιά και γηραιά.


Πατέρα μου, στο Σούνιο που στέκεις πετρωμένος

ζωντάνεψε, τα μαύρα μου μαζεύω τα πανιά,

και σού ΄ρχομαι σα ζήτουλας στην αγκαλιά χωμένος

την σην αεί να στέκομαι, τι δράκος η  ορφανιά...>>