Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012



    Αναγγελία μιας κηδείας
 
Φέρνει ο αγέρας ουρλιαχτά
κι έχω σαν παιδί χάσει το δρόμο,
σοβαρό πολύ τον ανατόμο
βλέπω να μολεύει τα σφαχτά.
 
Άγκιστρα τις σάρκες μου κρατούν
σε μια στάση βολική εμβρύου.
Άθυρμα Θεού κάπως γελοίου,
τα οστά μου γύφτοι αποπατούν.
 
Φέρνει βόλτες κάτω από τη γη,
ένας πια αγνώριστος πατέρας.
Της Ιεριχούς κρατώ το κέρας,
μα όσο κι αν φυσώ μόνο σιγή.
 
Σκούριασαν τα ρούχα από καημό,
στράβωσ΄ο βυθός σώματος μέλη,
φτάσανε τα χρόνια σαν αγέλη,
πείνα να διδάξουν και λιμό.
 
Ένας θα προσέξει το χαρτί,
κάποιος το σταυρό, άλλος το θύμα.
Λάδι και κρασί, λιβάνι χύμα,
μια ψυχή θα ορίσουνε φθαρτή.
 
 

 

          Αλιόσα

 

Βρώμισ΄ο στάρετς Ζωσιμάς,

τ΄αδέρφια μου δυό ξένοι.

Στο πατρικό πως ζέχνει

τ΄Αίμα; Χριστέ, Σώσον Ημάς…

 

Βότκα μυρίζ΄η ανάσα μου,

τα δάχτυλα σαλάμι.

Αχ, νιάτα μου χαράμι

πάτε. Φωτιά στα ράσα μου…

          Άγριος ο  Θεός

 

Ανοίγουν του ουρανού τα παραθύρια

και ξεπροβάλουν γνώριμοι νεκροί,

στρατιώτες του θανάτου, παλιοσείρια,

βαράνε κουδουνάκια σα λεπροί.

 

-Μακριά απ΄εμάς και μείς μακριά σας πάντα,

εγκλωβισμένοι μες΄το παρελθόν,

μια βόλτα ίσα, γύρω στη βεράντα

κι ύστερα με μια στάμπα <<απελθών>>,

 

γραμμή για των Μακάρων τα πεδία

στη θαλπωρή την άγρια του Θεού,

ανάλγητοι, στυφοί χωρίς αιδοία,

αθύρματα ενός Όντος Κραταιού

 

που ξέρει τη προπαίδεια του πόνου,

στα δάχτυλα να παίζει. Κυνικά,

αθώος να δηλώνει κάθε φόνου:

<<Τέτοια  Εγώ; Ιησούς Χριστός νικά>>.

 

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012


ΑΘΗΝΑ  (Με τον τρόπο της ΠΡΕΒΕΖΑΣ του Καρυωτάκη)

Θάνατος είναι οι πάπιες που χτυπιούνται
στου Εθνικού του κήπου τα χαλίκια,
θάνατος, οι γυναίκες π΄αγαπιούνται
έχοντας φάει σουβλάκια με τζατζίκια.

Θάνατος οι στενοί, ανήλιαγοι δρόμοι,
Κολοκοτρώνη, Γκούρα, Μακρυγιάννη.
Το Μέγαρον, τριγύρω οι άστεγοι κι ακόμη,
χοντρή που στα Mac Donalds, κόρτε κάνει.

Θάνατος ο τροχονόμος που ξηλώνει
με κατσαβίδι αράδα πινακίδες,
θάνατος ο ΄Αη-Βασίλης με το πόνυ
το δέντρο το καμένο, οι ελπίδες.

Αποφορά στου Ψυρρή και στου Στρέφη,
τις Κυριακές την βγάζουμε μπουκάλα.
Νούμερα μάτσο σε όλα τα μεγέθη
και φίλε πρώτοι εμείς τα πιο μεγάλα.

Θάνατος είναι η σκόνη που αιωρείται
σ΄ενός λεχρίτη ήλιου την ακτίνα.
Θάνατος και του ψάλτη το αινείτε
νύχτα του Πάσχα σε μια άδεια Αθήνα.

Θάνατος είναι οι μαύροι που πουλάνε
τσάντες κι ομπρέλες στην Ακαδημίας,
θάνατος και οι γέροι που ρουφάνε
τον ύστατο καφέ μιας μέρας κρύας..


Περπατώντας αργά στο Καλαμάκι,
ΥΠΑΡΧΩ λες κι΄ας τό΄πε ο Καζαντζίδης,
φτάνουν καΐκια φίσκα μαριδάκι,
μισό κιλό ψωνίζει ο Θουκυδίδης.

Αν τουλάχιστον μέσα στους γελοίους
αυτούς, ένας επέθαινε από βλακεία,
άγρια καυλωμένοι με ρυθμούς οικείους
θα τραβούσαμε ομάδι μαλακία.

 

 

       Αδάμαστη ψυχή μου

 

Αδάμαστη ψυχή μου σκοτεινή,

πως γύρισαν του κόσμου τα ρολόγια

μεσάνυχτα; Το φάντασμα του Goya

στην Έδρα δες, ξερνάει τη Ποινή.

 

Παρασκευή Μεγάλη κοινωνώ

το Aίμα μου μαζί με τ΄άγιο Σώμα,

Αθήνα ρημαγμένη, mamma Roma,

περάσατε τριχιά στον Εγγονό.

 

Άδικος Λόγος. Κόκκινες γραμμές

δεν έβαλα ποτές μου. Πανηγύρια

περπάτησα πατώντας σε ποτήρια

σπασμένα κι αναμνήσεις ιταμές.

 

Αδάμαστη ψυχή μου πριν κριθείς,

των Δικαστών κουρέλιασε τη φόδρα.

Ίσα στα μάτια τήραξε τη Κόμπρα

κι άιντες σιγά-σιγά να κοιμηθείς.

 

           Walking dead

 

Στη πόλη αυτή σαπίζει το φεγγάρι

και ρίχνει τα κομμάτια του σα φύλλα.

Πάρε μου χρόνε την ανατριχίλα,

το φίδι, τον σκορπιό και δώσε χάρη.

 

Σεργιάνι στα σοκάκια βγαίνω πάλι,

την Τέταρτη σφυρίζοντας του Μάλερ,

και σαν δεν έχω κέφια Stabat Mater,

ωραία φωτισμένος λες ποστάλι.

 

Στις λέξεις πια δεν κρύβονται αγρίμια.

Αράχνες χήρες γέμισε η πλάση.

Ποιος νοιάζεται στ΄ αλήθεια να γεράσει

και να ψοφήσει μεσ΄τα καλντερίμια;

 

Αλισβερίσι ο βίος του αντάρτη.

Συντρόφια του ο θρήνος και το κλάμα,

Αύγουστο μήνα πρόσμενα το θάμα,

μα έχω ήδη φύγει μέσα Μάρτη.

         ULTIMATUM

 

 

Τις μπαταρίες εξαντλήσαμε.

Μαράθηκαν για εμάς τα ωραία λουλούδια.

Το γόρδιο δεσμό δεν λύσαμε,

στο δόλιο νου χορεύουν τώρα αρκούδια.

 

Κρατάει ο γύφτος το ρυθμό ταμ- ταμ.

Ακοίμητο ορθώνεται το φτυάρι.

-Που χάθηκε το τελευταίο τραμ;

-Μεσάνυχτα, στης ζήσης το δυάρι.

 

Και ποιος θα κρίνει τον τρελό λαγό,

τα κόκαλα που τρίζουν μεσ΄το σώμα;

Χρώματα αλλάζει σαν ψυχορραγώ

και τ΄ ουρανού ακόμα τ’ άγιο δώμα.

 

Ας είναι. Η παράσταση κρυφά

καθώς ξεκίνησε, θα τελειώσει.

Του Αχέροντα τα ύδατα γλυφά

κι΄ όποιος προλάβει, ας τα χλωριώσει.