Τρίτη 11 Ιουνίου 2013


Τα Μάρμαρα

 

Τα μάρμαρα ψυχρά σκέπουνε κήπους

και σβένουν του Παρθένη τις μπογιές,

ρημώνουν αγκαλιές, κλέβουνε  χτύπους

καρδιάς ερωτευμένης. Στις ροδιές

 

του κάτω κόσμου ξέμεινα παιδάκι,

να σέρνω το ποδάρι νηστικό.

Ψηλά, του Ψυχοσάββατου γεράκι,

στις λάσπες μες το αίμα, νυφικό.

 

Στον ώμο του πατέρα το κανάρι,

ακέφαλο και πάλι του λαλεί.

Διπλής σελήνης άναψε φανάρι

και φώτισε της νύχτας το χαλί,

 

να βρουν δρομί στρωτό και μονοπάτι,

καντόροι, ανυπόληπτοι αστοί.

Κρασί κερνώ στυφό τον Μιθριδάτη,

πριν γείρω πελιδνός στη κουπαστή.

 

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013


Ο Δεύτερος Μανδύας του Πιθήκου
 



Κατάσαρκα με θράσος θα φορέσω,

τον δεύτερο μανδύα του πιθήκου.

Φανέ μου εσύ, Οκτάνα του Εμπειρίκου,

φορά λάμψε στερνή πριν απολέσω,

 

της άγονης ελπίδας τους τροχίσκους.

Άλλα δεν έχω,(πάρεξ γλώσσα), πλούτια.  

Κραδαίνουν οι καιροί κονσερβοκούτια

κι όσους εντός μου, σφάζουν νεανίσκους.

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013


Το σπίτι της γιαγιάς
 


Οι μέρες μου δεν πιάνουν χαρτωσιά.

Παλάμη ανοιχτή κι όλο ζητάνε.

Φιλέκδικοι, κατά διαβόλου πάνε

οι γερανοί. Πατώ τη δημοσιά,

 

γυρεύοντας το σπίτι της γιαγιάς,

εκείνο που γκρεμίσανε τ΄ογδόντα.

Ρωτώ την αλεπού, ρωτώ τον λιόντα.

-Γλυκιά η θανή, αυγή Πρωτομαγιάς.

 

 

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013


Η Ζωή Εν Τάφω

 

Το πρόσωπο του πλένει με βροχή.

Άλλες φορές σαν κάποιος τα λουλούδια

ποτίζει. Τότες πιάνει τα τραγούδια,

που παίζαν φωνογράφοι μια εποχή.

 

Ανοίγει το βιβλίο της Εσθήρ

μα τα σκοτάδια φευ, δεν συναινούνε.

Πως κρύβεται θαρρεί να μην τον βρούνε

οι Γερμανοί. Σκυφτός ανοίγει πυρ,

 

μετακινώντας ξύλα και πανιά.

Πως βρέθηκε σε τούτη δω την τρύπα;

Ο κόσμος πια μαθές δεν έχει τσίπα

και στήνει στα γερόντια παγανιά.

 

Τον πνίγει το λιβάνι το φθηνό.

Βήχει πολύ μα ποιος να τον ακούσει;

Μια ρίμα μουρμουρίζει από το <<Πούσι>>.

Ο θάνατος μυρίζει αχινό.

 

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013


 Τελετή Αποφοιτήσεως

 

Η γάτα θα κουρνιάσει… Όλη νύχτα,

σουλάτσο οι πεθαμένοι πάνω-κάτω.

Δεν κράτησα του μπάρκου μου το τράτο

και τώρα δίνω λόγο στη Ρουφήχτρα.

 

Σαπρό το καλοκαίρι έχει αργήσει,

να δώσει το θρονί του στον χειμώνα.

Ο Τάγος με δονεί κι η Λισαβόνα,

χαρίζοντας μου άτονη μια στύση.

 

Μ΄ένα παλιό στα χέρια γιουκαλίλι,

τραγούδι πώς να ειπώ σ΄αυτή τη χάψη;

Κάποιος ψηλά το σάβανο ας ράψει

κι η γη θε να φροντίσει για την ύλη.

 

Η γάτα θα κουρνιάσει… Ο Πατέρας,

την τήβεννο θα βάλει την μεγάλη

και θα φανεί σαν φάσμα στην αιθάλη,

της ζήσης μου κομίζοντας το γέρας.

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013


Ο Μπάτης
 


Λίγος καφές τη νύστα μαστιγώνει

και φέρνει παρηγόρια. Δεν θα πιω…

Σ΄αυτό το λαγγεμένο χασαπιό,

μόνη μου συντροφιά μια Περσεφόνη.

 

Με χάπια η δόλια στέκει στα μυαλά της.

-Ο Μίνως… Μη λησμόνει τις ρητές.

-Μένα δεν σκιάζουν Κόρη Τρυγητές.

Ολάκερη ζωή πέρασα μπάτης.

 

 

 

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013


Προς θάνατον όλα

 

(Προς θάνατον όλα. Η θάλασσα,

στεριά με καιρούς θα γεράσει

τις λάμψεις της χάνοντας).-Φάση,

την πρώτη φανέρωσε Άνασσα…

 

- Το Ψάρι το μαύρο την χάλασε

και βούρκος τα γιόρτινα μάτια.

Στ΄αδιάβατα βρες μονοπάτια,

κομμένο το χέρι που μάλαζε

 

τα στήθια του ήλιου. Μια χίμαιρα

βουνά και κατάρτια και Φλάνδρες.

-Πως σύγκορμοι τρέμουν οι άνδρες,

βραχνά περιφέροντας πίφερα,

 

στων Τρώων τη Νύχτα… -Κτερίσματα

στολίζουν στοές και μουσεία.

Φτωχή των αιώνων η λεία,

δεν δίνει καθόλου μερίσματα.