Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015


Ψηλά
Αποτέλεσμα εικόνας για high paintings
Ψηλά στ΄αλώνια του ουρανού,
αγγέλοι θεριστάδες,
βατεύουν την Περιμπανού,
πίνουν κονιάκ οκάδες.

Χριστό και Πνεύμα βλαστημάν
και Παναγιά Μητέρα,
πέτρινος μέσα τους ο  Παν,
τους ευλογεί τη μέρα.

Και λυπημένοι
βαλαντωμένοι,
γκρεμούς οικούνε.
Τι να σημαίνει,
το φως που χαίνει,
λαβείν και δούναι;

Ψηλά στα μαύρα φιλιατρά
και στου Θεού τα μπάζα,
ψέμα ρεμέντια και γιατρειά
στα κρύα  μόνο λάζα.

Φθηνές πουτάνες και χασίς,
κι υγρά παντοπωλεία,
ακέφαλος μια κορασίς,
των προσευχών τους λεία.

Κόβουν τη φλέβα,
βρίζουν την Εύα,
πίπες ανάβουν.
Στις τσέπες λέβα,
μούσκλια και νεύρα,
ελπίδες θάβουν.

Ψηλά στον Άγιο Ποταμό
και στης Κανά τη Τρούμπα,
άγγελοι παν για πεθαμό
κι εγώ γραμμή για λούμπα.

 

 

Ο αη-Στρατοκόπος στο Κουκάκι
 

Αποτέλεσμα εικόνας για traveller paintings
Απόθεσε τα γράμματα,
λησμόνησε τα λόγια...
Εδώ δεν έχει κλάματα,
παρηγοριές και θάματα,
κατώγεια και ανώγεια.

Δεν έχει σχόλη και Λαμπρή,
και Χριστουγέννων τζάκι.
Μονάχα κούκος τρεις βαρεί,
για σένα τ΄ άμωμο αρνί,
μες στο café- Κουκάκι.

Συγχώρησε τα ψέματα,
που σου ΄πανε κυράδες,
σε δημοσιές, σε ρέματα,
γλυκόλογα, παινέματα
και φαντασιές οκάδες

Ένας σταυρός, πέντε καρφιά
κι επιγραφή «πεθαίνω»,
στες πλάτες σου κληρονομιά,
άη- Στρατοκόπε και γραφιά,
Θεών κι ανθρώπων φρένο.

Σε Πάγο
Αποτέλεσμα εικόνας για ice paintings
Σε πάγο τη καρδιά μου συντηρώ,
πενήντα συναπτά και πέντε έτη.
Η πόλη κοιμητήρι ανθηρό
κι εγώ προαγωγός στυγνού εφέτη,

σε δίκη πειραγμένη, Αττική
τον φταίχτη περιλούζω με φαρμάκι.
Πάνω απ΄όλα πνεύμα και ηθική,
σαν θάλασσα λερή στο Καλαμάκι.

Σε πάγο τη καρδιά μου νουθετώ,
σε γκρίζα πρωινά με την ομίχλη.
Παράλληλα στιχάκια επαιτώ,
ξαφρίζοντας πυκνά -συχνά την «Κίχλη».

Και σαν φανεί το πλήρωμα γοργά,
ως φως και αστραπή και χειρουργείο,
ο Άγγελος κλητήρας του ΟΓΑ,
τα χρέη θα γυρέψει επί δύο.

 

 


 

 

Ο ΒΙΒΛΙΚΟΣ  ΦΙΛΟΣ
Αποτέλεσμα εικόνας για hebrew paintings
Οχτώ φορές μ΄αρνήθηκες,
Βαρούχ, Θωμά και Πέτρο.
«Ορέστη πως και  λύθηκες,
απ΄της συκιάς το δέντρο;»

Και γω δεν είχα τι να πω…
(Τα χείλη μου πρησμένα).
Είπα μονάχα: « Θα ντραπώ,
σα σμίξω τον Κανένα».

Ξημέρωνε το Σάββατο
κι ο Σταυρωτής αργούσε.
«Άρον κοπρίτη κράβατο»,
η πλέμπα μου βοούσε.

Και σφίγγοντας το χέρι μου
σα βρόγχος, σα τανάλια,
σε κάποιου τόπου έρημου,
με πήρες τα κανάλια.

«Ρίξου εδώ, ρίξου εκεί,
νερό και σε γυρεύει.
Έτσι τελειώνουν οι Γραικοί
κι η ράτσα τους στερεύει».

«Μες στα νερά, βάλε καλά
στο νου σου, Ποσειδώνας.
Η τρίαινα που κουβαλά,
χαρά για με κι  αγώνας.

Και δεν υπάρχει πια πνιγμός...
Ο Κόσμος πάλι θάλλει.
Έχει σου, πίκρα και λυγμός
και τρύπα στο κεφάλι.

Για μένα όλα καθαρά.
Σιμά μου  Περσεφόνη.
Έξη τη τύχη του Μαρά
και έξη στο μπαλκόνι».

 

 

Επτά φορές
Αποτέλεσμα εικόνας για fantasm paintings
Επτά φορές μ΄αρνήθηκες
μπροστά στις σάπιες μνήμες.
Ήτανε βράδυ Κυριακής,
στην εμπασιά της φυλακής,
που μαύρη σάρκα γδύθηκες,
μολεύοντας τις ρίμες.

Λόγια δεν είχα γυάλινα,
φιλιά να συλλαβίσω,
μόνο μια λόγχη να κρατώ,
κουπί για να κωπηλατώ
τις θάλασσες που απάλυνα
φυτεύοντας μια νήσο.

Επτά φορές μ΄αρνήθηκες
και μια που δεν το ξέρεις.
Ο χρόνος όμως βάλσαμο,
ξόρκισε βάρος,  βάσανο.
Στο φάσμα είπα: «Λύθηκες,
δε θα τα καταφέρεις».

 

 

 

 

Ένας  Γέρος στην Αχαρνών
Αποτέλεσμα εικόνας για old man paintings
Απόγευμα στην Αχαρνών,
με δανεικό κοστούμι,
πάντα στο μπλοκ των Αφανών,
να πίνω νεροζούμι,

σε καφενέ της συμφοράς,
αντάμα μ΄έξη γέρους:
«Εσύ μαζί μας δεν χωράς,
αλλού για συνεταίρους».

Μεσάνυχτα στους Εμμαούς,
κυρτός χωρίς παρέα,
μέσα σε τσίγκινους ναούς,
μ΄ασφάλιση βαρέα,

ρωτώ τον Άγιο Θεριστή,
τι μου χρωστά η ζήση.
«Ρώτησε κάλλιο τον Ληστή,
αυτός να σ΄απαντήσει».

«Λάδι για σένα και  κρασί
και τάφος σε χαβούζα.
Άσε το ύφος το θρασύ,
άκου την καραμούζα,

που σου φυσάει ο Θεός.
Ληστής εγώ και ξέρω.
Μην με κοιτάζεις ενεός…
Τώρα γνωρίζεις γέρο».

Απόγευμα στην Αχαρνών,
με δακρυσμένο μάτι,
μούμια εγώ Τουταγχαμών,
σα να γυρεύω κάτι.

 

 

 

 

 

 

 

 

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015


Το Μορτάκι
Αποτέλεσμα εικόνας για angels paintings
Ψηλά στον Άγιο Ουρανό,
γυναικωτοί αγγέλοι,
νύχι περνάνε  με μανό
και ψάλλουν Κουκουζέλη.

Κι ένα μορτάκι,
φίνο παιδάκι,
ματιές τους ρίχνει.
Γλυκό μεράκι,
αχνό μουστάκι,
στρίβοντας δείχνει.

Φτερά χτενίζουν στα σιλό,
μαλλί στις αποθήκες,
ακρίδες ρεύονται, χυλό,
ψυχές τραβούν σε δίκες.

Κι ένα μορτάκι,
παραμυθάκι
ποθεί  ν΄ακούσει.
Μπρος του χαντάκι…
Ποιος καμπανάκι
γι αυτό θα κρούσει;

Ψηλά στις μαύρες θημωνιές
και στου Θεού τις τρύπες,
άκου μορτάκι κλειδωνιές
και δες αγγέλους-γύπες.